lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δόξα

Λεξικό: αγγλικά δόξα
Μεταφράσεις: credit, glory, jewel, pride, laud, praise, celebrity, fame, illustriousness, kudos, notability, notoriety, renown, reputation, repute, stardom, vogue
δόξα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hrdost, nadutost, pýcha, sláva, svatozář, čest, hvězda, jméno, popularita, pověst, renomé, reputace, věhlas
δόξα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: glorie, ruhm, stolz, berühmtheit, ehre, renommee, reputation, ruf
δόξα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ære, glorie, hæder, heder, berømmelse, ros, æra, anse, berøm, ry, rygte
δόξα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: envanecimiento, gala, gloria, orgullo, celebridad, fama, nombradía, nombre, nota, renombre, reputación
δόξα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gloire, orgueil, auréole, honneur, illustration, célébrité, renom, renommée, réputation, vedette
δόξα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: orgoglio, superbia, vanto, gloria, celebrità, fama, nome, reputazione
δόξα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: glorie, heder, berømmelse, ros, æra, anse, berøm, ry, rykte
δόξα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гордость, слава, хвала, знаменитость, известность
δόξα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gloria, berömmelse, anse, ära, beröm, namn, rykte
δόξα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: krenari, lavdi, famë
δόξα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: слава
δόξα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гордасць, слава, хвала, выдатнасць, славутасць, славуты
δόξα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kuulsus, uhkus
δόξα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maine, kunnia, kuuluisuus
δόξα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: slava, čast
δόξα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: büszkeség, dicsőség, hála, hírnév
δόξα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garbė, šlovė
δόξα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: gloria, glória, orgulho, fama, renomeie, sombreada, celebridade, popularidade, renome, reputação
δόξα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pýcha, sláva
δόξα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гордість, гордощі, честь, блиск, запах, слава, хвала, пахощі, розкіш, видатність, визначність, висота, вогник, загальновідомість, запалити, запалювати, засвітити, знаменитість, лев, легкий, освітити, перевага, підвищення, світлий, світло
δόξα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chluba, chwała, gloria, sława
δόξα στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: celebritate, glorie
δόξα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

δόξα δράμας, δόξα βύρωνα, δόξα τω θεώ, δόξα πενταλόφου, δόξα λευκάδας, δόξα κρανούλας, δόξα νέας μανωλάδας, δόξα σοι ο θεός, δόξα πετρούσας, δόξα και τιμή