lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δυσφημώ

Λεξικό: αγγλικά δυσφημώ
Μεταφράσεις: backbite, besmirch, blacken, calumniate, decry, defame, detract, slander, slur, traduce, scandalize
δυσφημώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hanobit, očernit, osočit, pomlouvat, pomluvit, rozkřičet, špinit, zostudit, kritizovat
δυσφημώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anschwärzen, verleumden, beschimpfen, üble
δυσφημώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bagtale, vanære
δυσφημώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calumniar, denigrar, detractar, difamar, amenguar, infamar, desacreditar, deshonrar, ensuciar
δυσφημώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: calomnier, débiner, dénigrer, diffamer, égratigner, salir, déconsidérer, décrier, déshonorer
δυσφημώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calunniare, diffamare, infamare
δυσφημώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: baktale, vanære
δυσφημώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: злословить, клеветать, очернять, порочить, обесчестить, оклеветать, опорочить, ославить
δυσφημώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bakdanta, svärta
δυσφημώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абгаворваць, абняслаўліваць, зласловіць, пляміць, чарніць, паклёпнічаць
δυσφημώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caluniar, difamar, injuriar, infamar, desacreditar
δυσφημώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: злословити, очорняти, скандалізуйте, нахил, обмовляти
δυσφημώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oczerniać, szkalować, zniesławiać, zniesławić
δυσφημώ στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: panetella, parjata, häpäistä
δυσφημώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: rágalmazás, becsmérel
δυσφημώ στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

δυσφημώ ή δυσφημίζω, δυσφημώ μετάφραση