lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δυστυχισμένος

Λεξικό: αγγλικά δυστυχισμένος
Μεταφράσεις: abject, forlorn, gaunt, hapless, misadventure, mischance, miserable, mishap, unfortunate, unhappy, unlucky, wretched
δυστυχισμένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bídný, nešťastný, neúspěšný, ubohý
δυστυχισμένος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arm, elend, jämmerlich, unglücklich
δυστυχισμένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arm, elendig, fattig, uheldig, ulykkelig, ussel
δυστυχισμένος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calamitoso, desdichado, desgraciado, funesto, infeliz, miserable, siniestro
δυστυχισμένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: infortuné, malchanceux, malencontreux, malheureux, misérable
δυστυχισμένος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disgraziato, infelice, malaugurato, miserabile, misero, sciagurato, sfortunato, squallido
δυστυχισμένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arm, elendig, stakkars, uheldig, ulykkelig, ussel
δυστυχισμένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жалкий, злополучный, несчастный, неудачный
δυστυχισμένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arm, olycka, olycklig, stackars
δυστυχισμένος στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huono, kehno, kovaonninen, kovaosainen, kurja, pahainen
δυστυχισμένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nesretan
δυστυχισμένος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: boldogtalan, szerencsétlen
δυστυχισμένος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: coitado, desgranado, infeliz, lastimável, miserações, miserável
δυστυχισμένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nieszczęśliwy
δυστυχισμένος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δυστυχισμένος γάμος, δυστυχισμένος χορν στιχοι, περιπλανώμενοσ δυστυχισμένοσ, είμαι δυστυχισμένος, χορν δυστυχισμένος, αισθάνομαι δυστυχισμένος