lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δυσκολία

Λεξικό: αγγλικά δυσκολία
Μεταφράσεις: annoyance, difficulty, hardship, knot, obstacle, stickler, stumbling-block, aggravation, bind, encumbrance, hindrance, impediment
δυσκολία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nepříjemnost, nesnadnost, nesnáz, obtíž, obtížnost, potíž, překážka, těžkost
δυσκολία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hindernis, klippe, schwierigkeit, erschwerung
δυσκολία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besvær, forhindring, hindring, hinder
δυσκολία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: barranco, contrariedad, desventaja, dificultad, obstáculo, pena, valla
δυσκολία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: difficulté, hic, inconvénient, obstacle
δυσκολία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: difficoltà, impedimento, inciampo, intoppo
δυσκολία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besvær, hindring, vanskelighet, hinder
δυσκολία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: затруднение, помеха, трудность, препятствие, препятствование
δυσκολία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: svårighet
δυσκολία στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: замінка, затрымка, перашкода, цяжкасць
δυσκολία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: raskus, tõke
δυσκολία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: este, haitta, hankaluus, vaikeus
δυσκολία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prepreka
δυσκολία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akadály, nehézség
δυσκολία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kliūtis, sunkumas
δυσκολία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: obstáculo, pena, permanece, barreira, impedimento
δυσκολία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важкість, вузол, завада, замішання, заплутаність, збентеження, зніяковіння, метушня, негаразди, нестатки, ніяковість, обструкція, перешкода, складність, скрута, стійкість, трудність, труднощі, тягар, ускладнення, утруднення, адвокатура, бар, брак, брусок, буфет, вада, втручання, гофрувати, дозволений, дозволити, дозволяти, заборонити, забороняти, закупорка, занепад, затримка, здавати, зливок, зупинка, невигода, несприятливість, несумісність, нехай, перегороджувати, перегородити, перепона, переривання, перешкоду, плитка, регресія, смуга, суперечливість, суперечність, хай, хиба
δυσκολία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: trudność, utrudnienie
δυσκολία στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: handicap
δυσκολία στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

δυσκολία στην αναπνοή, δυσκολία συνώνυμα, δυσκολία στην κατάποση, δυσκολία συγκέντρωσης, δυσκολία στην ανάγνωση, δυσκολία σύλληψης, δυσκολία στην ομιλία, δυσκολία στην αφόδευση, δυσκολία στο ρέψιμο, δυσκολία σταθεροποίησης της όρασης