lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δροσερός

Λεξικό: αγγλικά δροσερός
Μεταφράσεις: chill, chilly, clammy, cold, cool, cooled, distant, frigid, tepid, fresh, new, newsy, nouveau, novel, recent, unfamiliar, ruddy
δροσερός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chlad, chládek, chladný, ledový, lhostejný, mrazivý, studeně, studený, svěží, zima, čerstvý, mladý, nedávný, novost, nový
δροσερός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: frisch, frostig, kalt, kühl, kühlen, neu, neuartig, originell, ungebraucht, frischen
δροσερός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forkølelse, kald, kold, kølig, kulde, sval, fersk, fræk, frisk, ny, sund
δροσερός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: fresco, frío, tibio, flamante, moderno, novato, nuevo, original, recién, reciente
δροσερός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fraîche, frais, frisquet, froid, glacial, habit, neuf, nouveau, original, récent, chaud, sain, tendre, vert
δροσερός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assideramento, freddo, fresco, frigido, gelido, tiepido, moderno, novellino, novello, nuovo, recente
δροσερός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: iskald, kald, kall, kjølig, kulde, sval, fersk, frisk, ny
δροσερός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ледяной, морозный, прохладный, холод, холодный, новый, свежий, недавний
δροσερός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kall, knölig, kyla, kylig, sval, färsk, fräsch, ny, fesk, frisk
δροσερός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ftohtë
δροσερός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: студ
δροσερός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абыякавы, халаднаваты, холад, дзевяць, новы
δροσερός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jahe, uudne, uus, värske
δροσερός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kolea, kylmä, raikas, vilpoinen, vilu, raitis, tuore, uusi, äskeinen
δροσερός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: hladan, nov, svjež
δροσερός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hideg, hűs, hűvös, új, friss, üde
δροσερός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: šaltas, šaltis, vėsus, gaivus, naujas, šviežias, žvalus
δροσερός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fresco, frio, novo, original, recente, suevo, decente
δροσερός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: răceală, rece, nou
δροσερός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hladen, mraz, mrzel, nov
δροσερός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відвідувач, прохолодний, свіжий, холод, холодний, другий, збуджений, інший, новий, ще, юнацький, юний
δροσερός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chłodny, nowy, świeży
δροσερός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δροσερός συνώνυμα, δροσερός translation