lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δριμύτητα

Λεξικό: αγγλικά δριμύτητα
Μεταφράσεις: acerbity, acridity, acrimony, sourness, tartness, bile, bitter, bitterness, embitter
δριμύτητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hořkost, jízlivost, kousavost, kyselost, ostrost, příkrost, rozhořčenost, trpkost, zatrpklost, žluč
δριμύτητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: herbheit, bitterkeit, galle, verbitterung
δριμύτητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bitterhed, galde, galle
δριμύτητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acerbidad, acrimonia, acritud, aspereza, amargor, amargura, hiel
δριμύτητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acerbe, acerbité, âcreté, acrimonie, aigreur, âpreté, rudesse, verdeur, absinthe, amertume, bile, fiel, ressentiment
δριμύτητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acerbità, asprezza, amarezza, bile
δριμύτητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bitterhet, beskhet, galle
δριμύτητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: терпкость, горечь
δριμύτητα στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даўкасць, кіслата, гарката, горыч
δριμύτητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: katkeruus, kirpeys, kitkeryys, sappi
δριμύτητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acerbadas, amargor, amargura, baile, bílis, pena
δριμύτητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: грубість, суворість, терпкість, гіркота
δριμύτητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cierpkość, gorycz
δριμύτητα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beskhet
δριμύτητα στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kibestumus, mõrudus
δριμύτητα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: žuč
δριμύτητα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: epe, keserűség
δριμύτητα στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

δριμύτητα συνωνυμο, δριμύτητα συνωνυμα, δριμύτητα ορισμος