lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δραστήριος

Λεξικό: αγγλικά δραστήριος
Μεταφράσεις: active, clickable, enabled, busy, open, operative, removable, virtual, work, motile, restless, spry, alive, animate, bouncing, bright, brisk, crisp, crispy, gay, high, high-spirited, live, lively, livestock, living, mobile, quick, snappy, sprightly, tableau, vivacious, vivid, warm
δραστήριος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aktivní, čilý, činný, účinný, živý, působivý, agilní, bystrý, čiperný, hbitý, křepký, neklidný, neposedný, rušný, bujarý, bujný, kvapný, ostražitý, prudký, radostný, rychlý, svěží, veselý, vytrvalý, žijící
δραστήριος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aktiv, rege, wirksam, regsam, tätig, beweglich, hurtig, regen, flink, fröhlich, heiter, lebend, lebendig, lebhaft, lustig, munter, schnell, vergnügt
δραστήριος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aktiv, driftig, virksom, vital, alert, livlig, rørig, rørlig, vig, blank, glad, hurtig, kry, kvik, levende, lystig, munter, rask, valken
δραστήριος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: activo, ágil, animado, ligero, alarma, alegre, alerta, caluroso, despabilado, despierto, expresivo, rápido, vívido, viviente, vivo
δραστήριος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: actif, agissant, prompt, verbe, agile, allant, animé, bougillon, mobile, mouvementé, remuant, sémillant, vif, vivant, alerte, allègre, brusque, déluré, dératé, dispos, émerillonné, fringant, gai, mutin, pétulant, rapide, vivace
δραστήριος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attivo, diligente, movimentato, vivace, agile, allarme, allegro, arzillo, celere, giocondo, lieto, rapido, svelto, vivente, vivo
δραστήριος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktiv, driftig, virksom, vital, alert, bevegelig, livlig, rørig, rørlig, vig, yster, blank, glad, hurtig, kick, kry, kvikk, levende, livaktig, lystig, munter, pigg, rask, snøgg, vaken
δραστήριος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: активен, активный, вертлявый, неразбавленный, неусидчивый, поворотлив, поворотливый, подвижен, подвижной, подвижный, суетлив, суетливый, бойкий, быстрый, жив, живой, оживленный, скорый
δραστήριος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktiv, verksam, vital, alert, livlig, rörlig, vig, yster, blank, hurtig, käck, kry, levande, livaktig, ljus, munter, pigg, rask, vaken
δραστήριος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: актыўны, чынны, бойкі, жвавы, жывы, людны
δραστήριος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aktiivne
δραστήριος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aktiivinen, toimekas, toimiva, elävä, eloisa, hätäinen, hauska, heleä, hilpeä, ilmielävä, iloinen, joutuisa, kalsea, lennokas, liikkuva, nopea, pirteä, reipas, vilkas, virkeä
δραστήριος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aktív, tevékeny, forgalmas, virgonc, élénk, élő, friss
δραστήριος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aktyvus, veiklus, guvus, vikrus, greitas, gyvas
δραστήριος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: activo, diligente, enérgico, militante, animado, mobile, alarma, alegre, alerta, caloroso, festivo, jovial, rápido, sentido, veloz, vívido, vivo
δραστήριος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: activ, agil, iute
δραστήριος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: активна, активне, активний, динамічний, енергійний, бистрий, вогник, запалити, запалювати, засвітити, кмітливий, легкий, літаючий, моторний, нарядний, освітити, пробковий, рухливий, рухомий, світлий, світло, спритний, швидкий, бадьорий, бадьористий, гострий, грайливий, графічний, дразливий, жартівливий, жвавий, живий, живій, живіть, живої, живою, жити, житловий, життєрадісний, життя, зухвалий, легенький, мешкати, мускулистий, наочний, пожити, проворний, проживати, прямий, розбиття, свіжий, характерний, юнацький, юний, яскравий
δραστήριος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aktywny, czynny, ruchliwy, żywy
δραστήριος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бърз
δραστήριος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: aktivan, brz, radostan, veseo
δραστήριος στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

δραστήριος αντίθετο, δραστήριος συνώνυμα, δραστήριος αντώνυμο, δραστήριος στα αγγλικά, δραστήριος μετάφραση