lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δουλεύω

Λεξικό: αγγλικά δουλεύω
Μεταφράσεις: act, operate, work, become, conjure, do, get, got, gotten, imbrute, make, ought, proofread, render, take, wale
δουλεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dělat, ovlivňovat, pracovat, činit, dávat, dopravit, hodit, hotovit, hrát, konat, počít, pořídit, představovat, překládat, připravit, provádět, provést, působit, stvořit, učinit, udělat, vykonat, vykonávat, vyrábět, vyrobit, zhotovit, zhotovovat, způsobit, ztropit
δουλεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeiten, funktionieren, gearbeitet, wirken, anfertigen, anstellen, ausführen, erschaffen, erzeugen, gemacht, herstellen, kreieren, machen, tun, verrichten, ziehen
δουλεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arbejde, fungere, tjene, virke, bestille, frembringe, fremstille, gøre, lage, lave
δουλεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: funcionar, laborar, labrar, obrar, operar, sudar, trabajar, confeccionar, construir, crear, fabricar, hacer, hacerse, ponerse, realizar
δουλεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: besogner, ficher, oeuvrer, travailler, turbiner, veiller, confectionner, exécuter, fabriquer, faire, fortune, rendre
δουλεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: lavorare, operare, combinare, confezionare, fabbricare, fare, rendere
δουλεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arbeide, jobb, jobba, tjene, verka, bestille, frembringe, fremstille, gjøra, gjøre, lage, skylla
δουλεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: работать, трудить, делать, производить
δουλεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arbeta, arbete, jobb, jobba, verka, göra, skylla
δουλεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: punoj, bëj, luaj
δουλεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: raataa, työskennellä, aikaansaada, ajaa, tehdä, valmistaa
δουλεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dolgozik, dolgozni, csinál, csinálni, készíteni, tenni
δουλεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dirbti, veikti, gaminti
δουλεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: laborar, obrar, operar, trabalhar, confeccionar, construir, executar, fabricar, fazer, formar, funcionar, haverdes, improvisar, intentar, realizar
δουλεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: delati
δουλεύω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: працювати, виконайте, виконайтеся, виконати, виконувати, винагорода, виплатити, виплачувати, виступати, виступити, відбивати, відбити, віддзеркалити, віддзеркалювати, відкладати, відкласти, відображати, відображувати, відобразити, відплата, відстрочити, відстрочувати, вчинити, вчиняти, зайнятися, зробити, міркувати, мочіться, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, плата, платити, платня, робити, розійдіться, розплата, сплатити, сплачувати, сподіватися, чекати
δουλεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pracować, robić
δουλεύω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рабiць
δουλεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegema
δουλεύω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: raditi
δουλεύω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

δουλεύω συνώνυμα, δουλεύω conjugation, δουλεύω σαν σκυλί, δουλεύω στην μπουλντόζα, δουλεύω σαν είλωτας, δουλεύω από το σπίτι, δουλεύω ψιλό γαζί, δουλεύω πολλές ώρες, δουλεύω αρχικοι χρονοι, δουλεύω σε καφετέρια