lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δομή

Λεξικό: αγγλικά δομή
Μεταφράσεις: build, building, composition, constitution, construction, erection, formation, habit, ship, structure, texture, edifice, fabric, framework, sturdiness, carcass, cradling, frame, scaffold, shell, skeleton
δομή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: budova, budování, kompozice, konstituce, loď, povaha, sestava, sestrojení, skládání, skladba, sloh, složení, stavba, stavění, struktura, textura, tkanivo, ústava, vazba, vybudování, výstavba, založení, zřízení, kostra, konstrukce, kostlivec, skelet
δομή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbau, aufbau, bau, baustelle, bauwerk, gebäude, gefüge, herausbildung, konstitution, konstruktion, struktur, gestell, gerippe, skelett, gebälk
δομή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bygning, forfatning, konstruktion, struktur, skelet
δομή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: constitución, construcción, edificio, estructura, organización, fábrica, armadura, armazón, esqueleto, osamenta
δομή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chantier, constitution, construction, contexture, édification, membrure, restructure, structure, bâtiment, bâtisse, édifice, oeuvre, armature, maçonnerie, carcasse, charpente, fuselage, ossature, squelette, clichage
δομή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: composizione, costituzione, costrutto, costruzione, edificio, edilizia, formazione, struttura, carcassa, impalcatura, intelaiatura, ossatura, scheletro, telaio
δομή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anlegg, byggverk, bygning, oppbygning, struktur, bygg, konstruksjon, beinrangel, skjelett
δομή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: здание, конституция, постройка, сооружение, строительство, стройка, структура, каркас, конструкция, строение, костяк, остов, скелет
δομή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anlägg, anläggning, byggnad, struktur, bygg, konstruktion, skelett, ställning, stomme
δομή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërtesë, skelet
δομή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: здание, конституция, кораб, сграда, структура, скелет
δομή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: будаўніцтва, будоўля, збудаванне, структура, канструкцыя, каркас, касцяк
δομή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ehitis, ehitus
δομή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laiva, perustuslaki, rakenne, rakennus, kehä, kehikko, luuranko, runko
δομή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: struktura, ustav, zgrada, skelet
δομή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkotás, alkotmány, építés, építkezés, hajó, kompozíció, szövet, szerkezet, csontváz, tartószerkezet
δομή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: konstitucija, konstrukcija, pastatas, sandara, statinys, griaučiai, karkasas
δομή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arquitectura, construção, edifício, estrutura, teia, fábrica, construiria, frase, armadura, esqueleto, orçamento
δομή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: clădire, constituţie, construcţie
δομή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stavba, zgradba, skelet
δομή στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výstavba, skelet
δομή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: будинок, будівельний, будівля, будівництво, будова, будування, випрямляння, дім, ерекція, зведення, конструкція, матеріал, монтажний, побудова, приміщення, споруда, спорудження, споруду, структура, тканина, каркас, утворення, формування, атом, граблі, кістяк, колектив, корпус, лушпина, обрамлення, орган, організація, ост, остів, остов, рама, рамки, скелет, тіло, труп, туди, тулуб
δομή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: budowa, budowla, konstrukcja, szkielet, zrąb
δομή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δομή επιλογής, δομή παραγράφου, δομή πτυχιακής εργασίας, δομή δεδομένων, δομή βιογραφικού σημειώματος, δομή dna, δομή ατόμου, δομή της γης, δομή επιστολής, δομή του ατόμου