lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δοκίμιο

Λεξικό: αγγλικά δοκίμιο
Μεταφράσεις: assay, essay, attempt, audition, auditioned, auditioning, check, effort, experiment, go, hallmark, hearing, ordeal, probation, rehearsal, repetition, run-through, sample, specimen, tentative, test, trial, try, venture
δοκίμιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: esej, pokus, zkouška, experiment, krunýř, opakování, skořápka, štít, ukázka, vzor, vzorek
δοκίμιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufsatz, essay, untersuchung, versuch, anstrengung, bemühung, examen, experiment, mühe, muster, probe, probelauf, prüfung, stichprobe, test, wiederholung
δοκίμιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: essay, prøve, stil, anstrengelse, eksamen, eksperiment, forsøg, indsats, mønster, prøvning
δοκίμιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ensayo, catar, conato, espécimen, examen, experiencia, experimento, intento, muestra, probar, prueba, repetición, tentativa
δοκίμιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: essai, aloi, échantillon, éprendre, épreuve, expérience, générale, loi, preuve, répétition, spécimen, tentative, test
δοκίμιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assaggio, esperimento, prova, saggio, atto, campione, cimento, collaudo, esemplare, esperienza, provino, replica, ripetizione, tentativo
δοκίμιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: essay, forsøk, kåseri, prøve, eksamen, eksperiment, prov, prøvning, undersøkelse
δοκίμιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: испытание, очерк, эссе, искус, образец, опыт, попытка, проба, пробный, пробовать, репетиция, сыгровка
δοκίμιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: essä, essay, kåseri, försök, prov, prövning, repetition
δοκίμιο στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: essee, jõupingutus, katse, näidis, proov
δοκίμιο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: essee, koe, yritys, harjoitus, koettelemus, koetus, malli, näyte, tavaranäyte, testi, toistaminen, tutkinto
δοκίμιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esszé, ismétlés, példány, próba
δοκίμιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: esė, rašinys, analizė, bandinys, bandymas, egzaminas, eksperimentas, mėginys, pastanga, pastangos, pavyzdys
δοκίμιο στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: esej
δοκίμιο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: esej, próba
δοκίμιο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: orvajtje, përpjekje, provë
δοκίμιο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: експеримент, образец, повторение, репетиция
δοκίμιο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выпрабоўванне, рэпетыцыя, спроба
δοκίμιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: esej, pokušaj, proba
δοκίμιο στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amostra, catar, esforço, espécime, espécimen, exame, exames, experiência, experimentação, experimentar, experimento, intento, pirueta, prova, provar, tentar, tentativa
δοκίμιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вивчати, випробовування, випробування, вихор, відвідування, вступ, заряджений, зонд, зусилля, іспит, налагоджування, намагання, постріл, початок, репетиція, спроба, спробний, стажування, стрілець, увертюра
δοκίμιο στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση, δοκίμιο περί ανθρώπινης βλακείας pdf, δοκίμιο περί βλακείας, δοκίμιο περί ανθρώπινης βλακείας, δοκίμιο φελιζολ, δοκίμιο γ λυκείου, δοκίμιο πειθούς, δοκίμιο ασκήσεις, δοκίμιο θεωρία, δοκίμιο ορισμός