lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διώρυγα

Λεξικό: αγγλικά διώρυγα
Μεταφράσεις: canal, channel, ditch, drain, duct, duet, gully, cable, conductor, conduit, cord, lead, tunnel, wire
διώρυγα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kanál, kanálek, potrubí, průliv, průplav, stoka, strouha, trubice, trubka, kabel, kabelogram, lanko, lano, průvodce
διώρυγα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kanal, rohr, röhre, kabel, leitung, verfahren
διώρυγα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kanal, rende, rør, chauffør, kabel, ledere, ledning
διώρυγα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acequia, alcantarilla, canal, cloaca, conducto, desaguadero, desagüe, sumidero, cable, conductor, expediente, tubo
διώρυγα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: canal, chaîne, chenal, cloaque, conduit, égout, tube, câble, conducteur, feeder, uretère
διώρυγα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: canale, condotto, fogna, cavo, conduttore, conduttura, filo, fune
διώρυγα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kanal, kabel, ledere, ledning, sjåfør, sladd
διώρυγα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: канал, кондуктор
διώρυγα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kanal, kabel, ledare, sladd
διώρυγα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kanal
διώρυγα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: канал
διώρυγα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: канал, ланцуг
διώρυγα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kanal
διώρυγα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kaivanto, kanava, kouru, reitti, viemäri, johde, johdin
διώρυγα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kanal, kondukter, vođa
διώρυγα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csatorna, kanális, meder, sodronykötél, távirat, vezeték, vezetés
διώρυγα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kanalas
διώρυγα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: canal, condutor
διώρυγα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: canal
διώρυγα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kanál
διώρυγα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вести, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, водити, зріз, їдок, канал, керівництво, керувати, косити, повести, порвати, поривати, поріз, порізати, призводити, провести, проводити, протока, прохід, різати, ріка, розрізати, розтинати, свинець, свинцева, свинцевий, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, спрямовувати, спрямувати, стригти, труба, фасон, кондуктор, привести, призвести
διώρυγα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kanał, przewód
διώρυγα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διώρυγα του παναμά, διώρυγα σουέζ, διώρυγα ξέρξη, διώρυγα κορίνθου, διώρυγα ορισμός, διώρυγα βόλγα-ντον, διώρυγα κιέλου, διώρυγα κορίνθου α.ε, διώρυγα ποτίδαιας, διώρυγα της γαλλίας