lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δισταγμός

Λεξικό: αγγλικά δισταγμός
Μεταφράσεις: hesitance, hesitancy, hesitantly, hesitation, indecision, vacillation, dither, fluctuation, hover, oscillation, rocking, shilly-shally, stagger, waver
δισταγμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kolísání, kolísavost, nerozhodnost, otálení, váhání, váhavost, chvění, fluktuace, kmitání, kývání, oscilace, rozpaky, výkyv, zakolísání
δισταγμός στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: duda, indecisión, vacilación, fluctuación, hesitación, oscilación
δισταγμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: hésitation, incertitude, indécision, indétermination, irrésolution, timidité, barguignage, fluctuation, oscillation, vacillation, variation
δισταγμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: esitazione, indecisione, irresolutezza, tentennamento, oscillazione
δισταγμός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: нерешительность, колебание
δισταγμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tvekan, svängning, svingning
δισταγμός στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kahtlus, kõhklus
δισταγμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: empiminen, epäröiminen, epäröinti, heilahdus, heilahtelu
δισταγμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: habozás, hullámzás, tétovázás
δισταγμός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: hesitação
δισταγμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niezdecydowanie, wahanie
δισταγμός στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: pendeln, schwankung
δισταγμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: svingning
δισταγμός στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: svingning
δισταγμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: njihanje
δισταγμός στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

δισταγμός συνώνυμο, δισταγμός αγγλικά