lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διπλός

Λεξικό: αγγλικά διπλός
Μεταφράσεις: double, dual, duple, duplex, duplicate, dyadic, geminate, twofold, look-alike
διπλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čtyřhra, duplikát, dvojí, dvojitý, dvojnásobek, dvojnásobný, dvojník, dualistický, podvojný, dvojný, opis, zdvojený
διπλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: doppel, kontra, doppelt, zweifach, zwiebeln, doppelgänger
διπλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dobbelt
διπλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: doble
διπλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: double, dualiste, binaire, géminé, redoublé, sosie
διπλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: doppio, doppione, duplice, sosia
διπλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dobbel, dobbelt
διπλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: двойной, двукратный, двойственный, дубликат, удвоен, удвоенный, двойник
διπλός στα ρωσικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dupli
διπλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kétszeres, dupla, kettős
διπλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dvigubas
διπλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: doble, dobro, dúplice, duplo, dual
διπλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: debel, dwoisty, podwójny, sobowtór
διπλός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dvojitý
διπλός στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dobbel, dubbel
διπλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: двайны, двойные, дубальтовы
διπλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kaksoiskappale
διπλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: подвійний, подвійній, подвійної, подвійною
διπλός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

διπλός τόνος, διπλός πέλεκυς, διπλός πέλεκυς συμβολισμος, διπλός φόρος σε μισθωτούς με ακίνητα, διπλός αυλός, διπλός σταυρός, διπλός δεσμός, διπλός φορτιστής usb dc-20 της nokia, διπλός τονισμός, διπλός τονισμός λέξης