lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διορθώνω

Λεξικό: αγγλικά διορθώνω
Μεταφράσεις: castigate, chasten, chastise, correct, discipline, penalize, punish, scourge, amend, etch, adjust, advance, ameliorate, amends, emend, improve, mark, mend, reclaim, rectify, reform, revise, stoke, neaten, rearrange, redid, refute
διορθώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kárat, korigovat, napravit, opravit, opravovat, penalizovat, pokárat, pokutovat, potrestat, trestat, tříbit, doplnit, nahradit, narovnat, pozměnit, spravit, spravovat, upravit, usměrňovat, vylepšit, vyspravit, zašít, zlepšit, zlepšovat, zúrodnit, zušlechtit, uspořádat
διορθώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bestrafen, korrigieren, strafen, berichtigen, verbessern, bessern, reparieren
διορθώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afstraffe, korrigere, rette, straffe, bedre, forbedre, reparere
διορθώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: castigar, corregir, penar, reprimir, arreglar, encarnecer, enmendar, mejorar, mejorarse, rectificar, reparar
διορθώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: châtier, corriger, pénaliser, punir, améliorer, amender, raccommoder, rajuster, ramender, rectifier, réparer, retaper, retoucher, abonnir, ajuster, bonifier, redresser, refaire
διορθώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: castigare, correggere, emendare, penalizzare, punire, accomodare, aggiustare, assettare, migliorare, rettificare, riparare, ritoccare, rifare
διορθώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avstraffe, korrigere, refse, straffa, tukte, bedre, bøte, forbedre, korrigert, laga, reparere, rette, bearbeide, beriktiga, beriktige, omarbeide
διορθώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: исправлять, карать, наказывать, корректировать, поправлять, выпрямлять, оправлять, улучшать, оправить, откорректировать, подправить, поправить, исправить, опровергнуть
διορθώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avstraffa, straffa, korrigera, bättra, förbättra, laga, reparera, beriktiga, jämka, rätta
διορθώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dënoj
διορθώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: коригирам
διορθώνω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: загадваць, караць, наказваць, паправіць
διορθώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kurittaa, oikoa, rangaista, jalostaa, korjata, parantaa, tarkistaa, ojentaa
διορθώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kazniti, poboljšati, popraviti
διορθώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: büntetni, fenyíteni, kijavít, kijavítani, megjavítani, javul, megjavít
διορθώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: castigar, corrigir, penar, punir, consertar, emendar, melhorar, pejorar, rectificar, reparar
διορθώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popraviti
διορθώνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: trestať
διορθώνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бийте, дисциплінуйте, карайте, карати, надходити, наставати, настати, обстріляйте, покарайте, покарати, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, штрафуйте, поправити
διορθώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: karać, korygować, poprawiać, poprawić, skorygować, sprostować
διορθώνω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paikama, täiustama
διορθώνω στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: îmbunătăţi
διορθώνω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

διορθώνω αγγλικά, διορθώνω συνώνυμα, διορθώνω το γραπτό μου, διορθώνω αόριστος, διορθώνω ετυμολογία