lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διοικώ

Λεξικό: αγγλικά διοικώ
Μεταφράσεις: administer, administrate, manage, aim, conduct, control, direct, divert, drive, guide, handle, head, lead, regulate, steer, superintend, adhere, apply, comply, employ, use, admeasure, impose, inflict, appoint, decree, husband, micromanage, ordain, prescribe, provide
διοικώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: podat, řídit, spravovat, vést, adresovat, dirigovat, dovést, hnát, kontrolovat, kormidlovat, manévrovat, manipulovat, mířit, namířit, nasměrovat, nastavit, ovládat, pohánět, poslat, provádět, provést, provozovat, usměrnit, usměrňovat, vézt, vládnout, vodit, zacházet, zacílit, zaměřit, zamířit, zvládnout, aplikovat, použít, používat, praxe, přiložit, upotřebit, užít, užívat, vykonávat, využít, využívat, zaměstnat, zaměstnávat, zvyk, odměřit, uložit, vyměřit, způsobit, nařídit, ordinovat, poručit, předepsat, stanovit, ustanovit
διοικώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: administrieren, verwalten, beherrschen, dirigieren, führen, gelenkt, kontrollieren, leiten, lenken, richten, schicken, steuern, überweisen, anlegen, anwenden, befolgen, benutzen, verwenden, zutreffen, abmessen, messen, verpassen, versetzen, anordnen, befehlen, verfügen, verordnen, vorschreiben
διοικώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: administrere, forvalte, lede, anføre, beherske, beordre, bestyre, dirigere, føre, forestå, guide, regere, styre, antydning, benytte, bruge, tilbringe, forordne, påbud, stange, stelle
διοικώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: administrar, asestar, capitanear, conducir, controlar, dirigir, encaminar, enderezar, gobernar, guiar, llevar, manejar, menear, orientar, regir, aplicar, atenerse, emplear, guardar, practicar, usar, utilizar, medir, decretar, disponer, estatuir, ordenar
διοικώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: administrer, acheminer, adresser, braquer, conduire, diriger, gérer, gouverner, guider, maîtriser, manier, mener, orienter, pointer, présider, régenter, appliquer, convenir, employer, pratique, pratiquer, utiliser, infliger, mesurer, commander, décréter, manutentionner, ordonner, régir, statuer
διοικώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amministrare, condurre, gestire, dirigere, dominare, governare, guidare, indirizzare, maneggiare, puntare, reggere, rivolgere, sterzare, adoperare, applicare, impiegare, usare, uso, utilizzare, infliggere, comandare, decretare, ordinare, regolare
διοικώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: administrere, administrert, forvalte, handsa, lede, anføre, beherske, beordre, bestyre, dirigere, føre, forestå, guide, handbok, kjøre, leda, rikta, styre, veilede, ansette, antydning, benytte, bruke, etterkomme, vatna, forordna, forordne, forvalta, påbud, skauta, stanga, stelle
διοικώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: управлять, направлять, руководить, рулить, устремлять, использовать, применять, измерять, наносить, отмерять
διοικώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: administrera, förestå, förvalta, handha, hantera, anförde, behärska, beordra, direkt, föra, guide, handbok, hänvisa, köra, leda, ledare, lede, manövrera, rådgivare, reglera, rikta, använda, användande, efterkomma, efterleva, nyttja, tillämpa, utnyttjande, vana, avmäta, bestyrde, disponera, förordna, förordning, påbud, sköta, stadga
διοικώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: administroj, drejtoj, udhëheq, zbatoj
διοικώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кіраваць, прыстасоўваць, скарыстоўваць, ужываць
διοικώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hoitaa, johtaa, hallita, hillitä, kohdistaa, kuljettaa, ohjata, opastaa, saattaa, suunnata, tähdätä, viedä, harjoittaa, käytellä, käyttää, panna, sovelluttaa, käskeä, komentaa
διοικώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: upravljati, voditi
διοικώ στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: administrar, gerir, governar, mandar, reagir, reger, capitanear, conduzir, controlar, dirigir, dominar, encaminhar, guiar, levar, manejar, orientar, aplicar, empregar, usar, utilizar, infligir, decretar, prescrever
διοικώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: spravovať
διοικώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вести, взаємодійте, водити, давати, дійте, діяти, експлуатувати, керівництво, кермувати, керувати, керуйте, маніпулювати, надавати, надати, направити, направляти, натяк, орудувати, плавати, плисти, повести, постачати, правити, працювати, привести, призвести, призводити, призначати, призначити, провести, проводити, свинець, свинцева, свинцевий, скеровувати, скерувати, спрямовувати, спрямувати, управляє, управляйте, управляти, управте, функціонувати, ввести, вводити, вживати, вжити, використати, використовувати, відрекомендувати, застосовувати, застосувати, застосуйте, застосуйтеся, знайомити, познайомити, практикувати, практикуватися, прикласти, рекомендувати, ставити
διοικώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: administrować, kierować, stosować, wymierzać, zarządzać
διοικώ στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: irányítani, küld, vezet, alkalmazni, céloz
διοικώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: skatinti, vadovauti, valdyti, vesti, naudoti
διοικώ στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: peljati, voziti
διοικώ στα σλοβενική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kasutama
διοικώ στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aplica
διοικώ στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

διοικώ ετυμολογία, διοικώ αρχικοι χρονοι, διοικώ συνώνυμα, διοικώ english, διοικώ στα αγγλικά, διοικώ συνώνυμο, διοικώ μετάφραση