lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δικαιοδοσία

Λεξικό: αγγλικά δικαιοδοσία
Μεταφράσεις: jurisdiction, bench, courts, judicature, judiciary, justice
δικαιοδοσία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: soudnictví
δικαιοδοσία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gerichtsbarkeit, jurisdiktion, justiz
δικαιοδοσία στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: jurisdicción
δικαιοδοσία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: juridiction, judicature, magistrature
δικαιοδοσία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: giurisdizione, giustizia, magistratura
δικαιοδοσία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: jurisdiksjon, rettsvesen
δικαιοδοσία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: подсудность, юрисдикция, правосудие, судопроизводство
δικαιοδοσία στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: юрисдикция
δικαιοδοσία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: oikeudenkäyttö, tuomiovalta
δικαιοδοσία στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: jurisdição, jurisdicional
δικαιοδοσία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: знання, юрисдикція, правосуддя, справедливість, юстиція
δικαιοδοσία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jurysdykcja, sądownictwo
δικαιοδοσία στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rättsväsen
δικαιοδοσία στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: правасуддзе
δικαιοδοσία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: igazságszolgáltatás
δικαιοδοσία στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

δικαιοδοσία συνωνυμα, δικαιοδοσία ορισμός, δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, δικαιοδοσία κυπριακών δικαστηρίων, δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων, δικαιοδοσία ναυτοδικείου, δικαιοδοσία ειρηνοδικείου, δικαιοδοσία ετυμολογία, δικαιοδοσία δικαστηρίων