lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δικαίωμα

Λεξικό: αγγλικά δικαίωμα
Μεταφράσεις: authority, copyright, dharma, franchise, freedom, law, legal, principle, right, statute, title, cause, radix, ration, rationale, reason, cogency, equity, justness, legitimacy, pertinence, propriety, rightness, validity
δικαίωμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nárok, pravice, právo, pravomoc, pravý, přesný, přímo, přímý, rovný, správný, zákon, zdravý, dávka, důvod, oprávnění, pohnutka, pravda, příčina, příděl, rozum, rozumný, legitimita, legitimnost, přesnost, přímost, rovnost, slušnost, spravedlnost, správnost, zákonnost
δικαίωμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anrecht, gesetz, jura, jus, recht, vorkauf, begründung, grund, portion, ration, richtigkeit, ursache, billigkeit, gerechtigkeit, rechtmäßigkeit
δικαίωμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: berettigelse, forrette, jus, korrekt, lag, lige, lov, myndighed, ret, rettighed, rigtig, statutter, årsag, bevæggrund, fornuft, grund, rette
δικαίωμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: correcto, derecha, derecho, ley, precepto, recto, causa, etapa, motivo, porqué, ración, razón, equidad, justicia
δικαίωμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affouage, attribution, commandement, droit, droite, exact, indigénat, intellectuelles, législation, loi, vigueur, considération, du, motif, raison, ration, bien-fondé, équité, justesse, justice, légitimité, rectitude, vrai
δικαίωμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: destra, destro, diritto, dritto, esatto, legge, principio, retto, motivo, ragione, razione, giustizia
δικαίωμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: berettigelse, eiendomsrett, forrett, jus, kjørekort, lag, laglig, lov, rett, rettighet, riktig, statutter, årsak, ranson, rasjon, rimelighet, grunn, rettferdighet
δικαίωμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: верный, закон, правильный, право, порцион, правота, рацион, резон, правильность, справедливость
δικαίωμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: juridik, jus, lag, laglig, lov, rätt, rättighet, statutter, ranson, rett, grann
δικαίωμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ligj
δικαίωμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: верен, закон, повод, правилен, причина
δικαίωμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: закон, права, рацыён
δικαίωμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: seadus, põhjus, õiglus
δικαίωμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juridiikka, laki, lakitiede, lupa, oikea, oikeanpuolinen, oikeus, oikeutus, aihe, annos, järjellisyys, järki, peruste, syy, oikeudenmukaisuus
δικαίωμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: desno, pravo, zakon, istinit
δικαίωμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: helyes, jobb, jog, törvény, helyesség, igazságosság, törvényesség
δικαίωμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dėsnis, įstatymas, teisė, teisingas, tikslus, tinkamas, motyvas, priežastis
δικαίωμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afinado, certo, correcto, direito, jurisprudência, jus, lei, recto, causa, dieta, etapa, motivo, razão, bus, justo
δικαίωμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: dreapta, drept
δικαίωμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: desno, zakon
δικαίωμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бізнес, бізнесовий, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, воля, декрет, дійсно, діло, діловий, загін, загоне, закон, законодавство, здібність, зовсім, ліцензований, направо, насправді, невже, повністю, правий, правильний, правильно, право, принцип, професія, прямий, прямо, свобода, спеціальність, справа, справді, справедливий, справедливо, факультет, фах, порції, раціон
δικαίωμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: prawo, racja, słuszność
δικαίωμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δικαίωμα κατάθεσης πρότασης νόμων έχουν, δικαίωμα προαίρεσης, δικαίωμα ψήφου, δικαίωμα στην πόλη καμίνης, δικαίωμα για νέα βέροια, δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, δικαίωμα υπαναχώρησης από σύμβαση, δικαίωμα υπαναχώρησης, δικαίωμα να ψηφίζουν στις εκλογές έχουν όσοι είναι πάνω από 18 ετών και έχουν, δικαίωμα αναγωγής