lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δικάζω

Λεξικό: αγγλικά δικάζω
Μεταφράσεις: commit, embed, mount, precipitate, reside, settle, adjudge, doom, forejudge, judge, implant, plant, whiteout, arbitrate, believe, deem, opine, presume, reckon, suppose, think, try, understand
δικάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vsadit, zapouštět, zapustit, zasadit, kritizovat, odhadnout, odhadovat, odsoudit, posuzovat, rozhodnout, soudit, osadit, osázet, postavit, upevnit, hodlat, hodnotit, mínit, myslet, myslit, ocenit, oceňovat, posoudit, přemýšlet, rozhodovat, rozsoudit, uvažovat, věřit
δικάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ansiedeln, setzen, aburteilen, beurteilen, richten, urteilen, einsetzen, etwas, annehmen, denken, geglaubt, gemeint, glauben, meinen, schätzen
δικάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bedømme, dømme, fordømme, plante, tro, anse, beregne, mene, synes, tænke, vurdere
δικάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: instalar, posarse, calificar, juzgar, plantar, sentar, conceptuar, creer, estimar, imaginarse, opinar, pensar
δικάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: emmancher, encastrer, établir, remmancher, sertir, critiquer, juger, enraciner, planter, croire, estime, estimer, imaginer, penser
δικάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: giudicare, piantare, calcolare, credere, opinare, pensare, presupporre, processare, ritenere, stimare
δικάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bedømme, dømme, fordømme, plante, tro, anse, anta, beregne, døma, mena, mene, synes, tenke
δικάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: поселять, осуждать, насаждать, верить, думать, мнить, полагать
δικάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bedöma, plantera, tro, anse, anta, döma, mena, tycka, uppskatta
δικάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjykoj, mbjell, besoj, mendoj
δικάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tuomita, istuttaa, juurruttaa, arvella, laskea, luulla, uskoa
δικάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bíró, elültetni, növény, ültet, ültetni, bíráskodik, ítél, ítélkezik, ítélkezni, ítélni
δικάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: judiciar, julgar, fincar, plantar, achar, acreditar, crer, estimar, imaginares, opinar, pensar
δικάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: osadzać, sadzić
δικάζω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: саджаць
δικάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: istutama, mõtlema
δικάζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: držati, misliti, vjerovati
δικάζω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: galvoti
δικάζω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

δικάζω αρχικοι χρονοι, δικάζω στα αγγλικά, δικάζω translated