lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διευρύνω

Λεξικό: αγγλικά διευρύνω
Μεταφράσεις: broaden, widen, amplify, dilate, distend, diversify, elaborate, expand, extend, upsize
διευρύνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: rozšířit, rozšiřovat, šířit, přehánět, prodloužit, prodlužovat, rozkládat, rozložit, rozpínat, rozprostírat, roztáhnout, rozvádět, zvětšit
διευρύνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auftreiben, auslassen, erweitern, verbreiten, ausdehnen, ausweiten
διευρύνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ampliar, ensanchar, agrandar, amplificar, cundir, dilatar, extender
διευρύνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrandir, élargir, étendre, juponner, amplifier, dilater, évaser, propager, rélargir, donner, paraphraser
διευρύνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allargare, ampliare, allungare, amplificare, dilatare, estendere, stendere, accrescere
διευρύνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bredda, utvide, øka, spile, utbre, utvida, ekspandere
διευρύνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: расширять, ширить, расширить
διευρύνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bredda, vidga, öka, sprida, utsprida, utvidga
διευρύνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пашыраць
διευρύνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avartaa, laajentaa, leventää, levittää, laventaa, oikoa
διευρύνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alargar, ampliar, amplificar
διευρύνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: збільшення, збільшити, збільшитися, збільшувати, збільшуватися, посильтеся, поширити, поширтеся, поширювати, продовжтеся, простиратися, простягати, простягатися, простягнути, простягнутися, протягати, розтягнути, розтягувати, розширений, розширити, розширитися, розширтеся, розширювати, розширюватися, розширяти, розширятися, сягати, ширити, ширшати
διευρύνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poszerzać, rozszerzać, rozszerzyć
διευρύνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: spile, ekspandere, utide
διευρύνω στα δανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtrij, zgjeroj
διευρύνω στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kibővíteni, kiszélesíteni
διευρύνω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

διευρύνω αντωνυμο, διευρύνω english, διευρύνω συνώνυμο, διευρύνω αντωνυμα, διευρύνω αντιθετο, διευρύνω λεξικο, διευρύνω αγγλικα, διευρύνω στα αγγλικά, διευρύνω μεταφραση, διεύρυνση βικιλεξικο