lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διευκολύνω

Λεξικό: αγγλικά διευκολύνω
Μεταφράσεις: enable, facilitate, let, ease, expose, simplify, streamline
διευκολύνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovolit, připustit, ulehčit, umožnit, usnadnit, zjednodušit
διευκολύνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erlauben, erleichtern, ermöglichen, gestatten, lassen
διευκολύνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: la, lette
διευκολύνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dejar, facilitar, franquear, permitir, posibilitar
διευκολύνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: faciliter, permettre
διευκολύνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agevolare, consentire, facilitare, permettere
διευκολύνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: la, lette, muliggjøre, læta
διευκολύνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: облегчать, облегчить
διευκολύνω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lejoj
διευκολύνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: helpottaa, sallia
διευκολύνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dopustiti
διευκολύνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lehetővé, tenni, megkönnyíteni
διευκολύνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aquiescer, consentir, facilitar, permitir
διευκολύνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zapnúť
διευκολύνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дозволяти, дозволити, заспокоїти, заспокойте, заспокоювати, освітліть, полегшувати, розвантажити, розвантажтеся, розвантажувати
διευκολύνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: umożliwiać, ułatwiać, ułatwić
διευκολύνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lätta, lätthet, förenkla, underlätta
διευκολύνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аблягчаць, палягчаць
διευκολύνω στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

διευκολύνω στα αγγλικα, διευκολύνω translate, διευκολύνω συνώνυμα, διευκολύνω αντωνυμο, διευκολύνω κλιση