lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διδάσκω

Λεξικό: αγγλικά διδάσκω
Μεταφράσεις: instruct, teach, educe, learn, school, study, taught, train, undeceive
διδάσκω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: instruovat, poučit, vyučovat, cvičit, učit, vyučit, hloubat, pochytit, školit, slyšet, studie, studium, studovat, studovna, učení, uvažovat, vychovat, vychovávat, vycvičit, vyškolit, vzdělat, zkoumat, zvědět
διδάσκω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beibringen, instruieren, lehren, unterrichten, unterweisen, lernen, studieren
διδάσκω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: instruere, lære, undervisa, undervise, belære, uddanne, studere, studie
διδάσκω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: enseñar, instruir, ilustrar, adiestrar, amaestrar, aprender, educar, estudiar
διδάσκω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apprendre, instruire, enseigner, prôner, enseigne, étude, étudier, mémoriser, rapprendre, régenter
διδάσκω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammaestrare, istruire, insegnare, apprendere, imparare, indagine, ricerca, studiare, studio
διδάσκω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: instruere, undervisa, veilede, belære, læra, lære, skolere, undervise, utdanne, studere, studie
διδάσκω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: инструктировать, обучать, учить, выучить, изучать, исследовать, преподавать
διδάσκω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: instruera, undervisa, lära, studera
διδάσκω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інструктаваць, учытацца, вучыць, навучаць, научаць, абучаць, вучыцца, навучацца
διδάσκω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: koulia, opettaa, valistaa, kouluttaa, lukea, opiskella, oppia
διδάσκω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dėstyti, mokyti, mokytojauti, mokytis, studijuoti
διδάσκω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ensebar, instruir, ensinar, ilustrar, aprender, escudar, estudar, exercitar, preparar, treinar
διδάσκω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: інструктувати, інструктуйте, короткий, навчати, навчити, проінструктувати, резюме, резюмувати, стислий, вивчати, вивчити, викладати, виховати, виховувати, вчити, вчитися, готувати, дізнаватися, дізнатися, довідатися, довідуватися, навчатися, навчитися, навчіть, навчіться, научати, пізнавати, пізнати, поїзд, послідовність, тренувати, узнати, упізнати, учити, бити, вправа, зламати, зламатися, кваліфікувати, кваліфікуйте, ламати, ламатися, навчатись, натаскувати, обриватися, перерва, перервати, побити, поломка, порушити, порушувати, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розтрощити, розтрощувати, свердел, свердло, сповідувати, тренування, трощити, учитись, учитися
διδάσκω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: instruować, nauczać, uczyć
διδάσκω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õpetama, õppima
διδάσκω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: naučiti, poučavati, učiti
διδάσκω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megtanítani, tanulás
διδάσκω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: učiti
διδάσκω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: učiť
διδάσκω στα σλοβακική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обучавам
διδάσκω στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

διδάσκω αρχικοί χρόνοι, διδάσκω συνώνυμο, διδάσκω αεί διδασκόμενος, διδάσκω τεχνολογία, διδάσκω φυσικές επιστήμες, διδάσκω ετυμολογία, διδάσκω φυσική, διδάσκω αγγλικά, διδάσκω κλίση, διδάσκω ελληνικά σε ξένους