lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαφημίζω

Λεξικό: αγγλικά διαφημίζω
Μεταφράσεις: advertise, announce, peal, acclaim, bill, declare, enunciate, notify, open, originate, post, proclaim, promulgate, pronounce
διαφημίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hlásat, hlásit, ohlásit, oznámit, oznamovat, předpovídat, vyhlásit, zvěstovat, plakátovat, prohlásit, prohlašovat, provolat, provolávat, prozradit, prozrazovat, rozhlásit, udat, uveřejnit, vylepit
διαφημίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: annoncieren, anzeigen, verkünden, anzukünden, erklären, melden, publizieren, veröffentlichen
διαφημίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: reklamere, avertere, erklære
διαφημίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: anunciar, pregonar, proclamar, publicar, vocear, avisar, convocar, declarar, denunciar, intimar, participar, predicar, promulgar, pronunciar, significar
διαφημίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: annoncer, afficher, proclamer, tambouriner, clamer, dénoncer, lancer, promulguer, publier
διαφημίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annunciare, annunziare, acclamare, affiggere, conclamare, proclamare
διαφημίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: annonser, annonsere, reklamere, bekjentgjøre, forkynne, kunngjøre, erklære
διαφημίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: анонсировать, возвещать, обнародовать, объявлять, оглашать
διαφημίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: annonsera, bebåda, bekantgöra, förkunna, affisch, affischera, eklatera, kungöra, tillkännage
διαφημίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абвяшчаць, оглашать
διαφημίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kuulutama
διαφημίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: julistaa, julkaista, kuuluttaa, ilmoittaa
διαφημίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: noticiar, notificar, anunciar, proclamar, publicar, avisar, declarar, denunciar, intimar, participar, promulgar, pronunciar
διαφημίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: anunţa
διαφημίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: inzerovať
διαφημίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: anonsować, obwieszczać, ogłaszać
διαφημίζω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bejelent
διαφημίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: близький, виголосити, виголошувати, видавати, видати, висловіться, декларувати, донесіть, донести, доносити, друкувати, заявити, заявляти, інтимний, надрукувати, оголосити, оголосіть, оголошувати, оповістити, оповіщати, опублікувати, опублікуйте, передвісник, повідомити, повідомляти, попередити, проголосити, проголосіть, проголошувати, промовити, промовляти, публікувати, рекламувати, рекламуйте, розповсюджувати, розповсюдити, сповістити, сповістіть, сповіщати
διαφημίζω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

διαφημίζω συνώνυμα, διαφημίζω τον εαυτό μου, διαφημίζω τον τόπο μου, διαφημίζω αγγλικά, διαφημίζω στα αγγλικα