lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διατηρώ

Λεξικό: αγγλικά διατηρώ
Μεταφράσεις: preserve, conserve, maintain, tin, keep, reset, store, treasure, affirm, allege, continue, detain, earn, entertain, obtain, persist, retain, support, sustain, act, attitudinize, behave, deport, equilibrate, roister
διατηρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konzervovat, uchovat, udržovat, zachovat, zavařit, zavařovat, nakládat, vydržovat, zachovávat, chovat, hlídat, podržet, schraňovat, skladovat, uskladnit, dodržet, držet, hájit, mít, podepřít, podpírat, podporovat, přidržet, setrvat, snést, trvat, tvrdit, udržet, uschovat, uvádět, vytrvat, výživa, vyživovat, zastávat, živit, živobytí, chránit, dodržovat, ponechat, pozdržet, rezervace, uchránit, zachytit, zadržet
διατηρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewahren, erhalten, instand, konservieren, wahren, aufbewahren, aufheben, behalten, bewachen, speichern, überwachen, verwahren, halten, unterhalten, aufrechterhalten, aushalten, ausstehen, behaupten, ertragen, stützen, unterstützen, vorgeben, beobachten, verhalten
διατηρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beholde, bevare, holdbar, holde, forvare, ernære, forsørge, fortsætte, påstå, støtte, underholde, sylte
διατηρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conservar, guardar, adobar, curar, mantener, custodiar, quedar, sustentar, alegar, apoyar, aseverar, cultivar, ganarse, mantenerse, respaldar, secundar, sostener, subsistir, comportarse, observar, portarse, preservar, proceder, reservar, retener
διατηρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: conserver, confire, entretenir, entreposer, garder, tenir, tenu, alléguer, maintenir, persister, prétendrai, prétendre, soutenir, subsister, sustenter, vivre, jésuitisme, observer, perpétuer, prélasser, réserve, réserver, retenir
διατηρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conservare, mantenere, custodire, rimanere, riservare, serbare, tenere, trattenere, ritenere, caldeggiare, puntellare, sorreggere, sostenere, agire, comportarsi, preservare, riserva, salvare, stare
διατηρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bevara, bevare, holdbar, nedlegge, beholde, forvare, oppbevare, ernære, forsørge, hålka, håndheve, hevde, livnært, påstå, underholde, sylte
διατηρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сохранить, консервировать, содержать, сберегать, сохранять, хранить, удержать, держать, удерживать, уберегать, законсервировать
διατηρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bevara, holkbar, konservera, försörja, hålla, upprätthålla, livnära, underhålla, uppträda
διατηρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: запазвам, спазвам
διατηρώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pitää, säilyttää, varjella, elättää, säilöä, pysyttää, kannattaa, kestää, tukea, väittää
διατηρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conservar, guardar, manter, custodiar, quedar, sustentar, afirmar, alegar, amparar, apoiar, asseverar, avançar, continuar, espaldar, prosseguir, secundar, subsistir, ter, comportares, observar, preservar, proceder, reservar
διατηρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zostať, zachovať
διατηρώ στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dochować, konserwować, przechowywać, utrzymać, utrzymywać, zachowywać, zakonserwować
διατηρώ στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbaj, ruaj
διατηρώ στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čuvati, držati, podržavati
διατηρώ στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laikyti
διατηρώ στα λιθουανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: захоўваць, вылічаць, вылічваць, стрымліваць, трымаць, утрымліваць
διατηρώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hoidma
διατηρώ στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: володійте, володіти, далі, зберегти, зберігати, мати, оволодіти, охопити, охоплювати, підтримайте, підтримати, підтримувати, продовжити, продовжувати, продовжуватися, продовжуйтеся, точитись, утримати, утримувати, вгамувати, витримати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, втримувати, гамувати, гребля, дамба, держати, загата, запруда, затримайте, затримати, затримувати, здержувати, існуйте, містити, міститися, містить, містіть, обмежити, обмежувати, охопіть, провести, проводити, рефрен, стримати, стримувати, триматися, удержати, удержувати, утриматися, утримуватися
διατηρώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eltart, fenntart, tart, fenntartani
διατηρώ στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

διατηρώ συνώνυμα, διατηρώ αγγλικά, διατηρώ συνώνυμο, διατηρώ αντωνυμο, διατηρεί την ψυχραιμία μου, διατηρώ το δικαίωμα, διατηρώ αντίθετα, πως διατηρώ