lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διασφαλίζω

Λεξικό: αγγλικά διασφαλίζω
Μεταφράσεις: ascertain, secure, warrant, assure, blind, hedge, indemnify, preserve, provide, assert, asseverate, guarantee, reassure
διασφαλίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jistit, pojistit, ubezpečit, upevnit, zabezpečit, zajistit, ujišťovat
διασφαλίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: versichern, zusichern, versprechen
διασφαλίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: sikre, forsikre
διασφαλίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asegurar, asegurarse, proteger, afirmar, aseverar, proporcionar
διασφαλίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assurer, rassurer, nantir, prémunir, protester
διασφαλίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assicurare
διασφαλίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forvisseseg, laga, sikre
διασφαλίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заверить, застраховать, уверить
διασφαλίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: försäkra, laga, säkerhet, säkra, förvissa
διασφαλίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: taata, varmistaa, vakuuttaa
διασφαλίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: upewnić, zabezpieczyć, zapewnić
διασφαλίζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: siguroj
διασφαλίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: опазвам
διασφαλίζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confirmar, afirmar
διασφαλίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: asigura
διασφαλίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: biztosít
διασφαλίζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

διασφαλίζω στα αγγλικά, διασφαλίζω συνώνυμο, διασφαλίζω εξασφαλίζω, διασφαλίζω translation, διασφαλίζω μετάφραση, διασφαλίζω λεξικό, διασφαλίζω ορισμός