lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διασκεδάζω

Λεξικό: αγγλικά διασκεδάζω
Μεταφράσεις: amuse, brighten, disrupt, exhilarate, gayer, dabble, dally, disport, divert, entertain, jollify, revel, tickle
διασκεδάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bavit, zabavit, obveselit, osvěžit, pobavit, potěšit, rozesmát, rozjařit, rozjasnit, rozveselit, těšit, vyjasnit, odvrátit, rozptýlit
διασκεδάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: amüsieren, belustigen, vergnügen, aufheitern, erheitern, unterhalten, zerstreuen
διασκεδάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: underholde, rosa, feta
διασκεδάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: entretener, alegrar, divertir, embromar, regocijar, distraer, embebecer, obsequiar, recrear
διασκεδάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amuser, ébaudir, agaillardir, dérider, désopiler, divertir, égayer, émoustiller, épanouir, récréer, réjouir
διασκεδάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: divertire, distrarre, rallegrare, intrattenere
διασκεδάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: roa, underholde, festa
διασκεδάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: развеселять, заиграть, развеселить, разыграть, веселить, увеселять, позабавить, забавлять, потешать, развлекать
διασκεδάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: roa, festa, förströ, traktera, underhålla, undfägna
διασκεδάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hauskuttaa, huvittaa, viihdyttää
διασκεδάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: divertir, recrear
διασκεδάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozbawiać, rozbawić, rozweselać, ubawić, zabawiać
διασκεδάζω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: весяліць, забаўляць, займаць, пацяшаць, развесяляць
διασκεδάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: веселити, веселіться, бавити, відвести, відводити, відхилити, відхиліть, відхиляти, забавити, забавляти, морочити, обманіть, обманювати, поновіть, пригостити, пригощати, розважати, розважити, розважте
διασκεδάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szórakoztatni
διασκεδάζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

διασκεδάζω εντυπώσεις, διασκεδάζω συνώνυμα, διασκεδάζω τις εντυπώσεις, διασκεδάζω ετυμολογία, διασκεδάζω και μαθαίνω τα γράμματα, διασκεδάζω ορισμός, διασκεδάζω αντιθετο, διασκεδάζω μετάφραση