lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διασκέδαση

Λεξικό: αγγλικά διασκέδαση
Μεταφράσεις: amusement, distraction, diversion, enjoyment, entertainment, game, pastime, recreation, sport, delight, fun, glee, joy, merriment, merrymaking, merry-making, pleasance, ball, carousal, dancing, disport, excellent, festivity, frolic, jollify, jollity, junket, play, razzle-dazzle, revel, revelry, spree
διασκέδαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kratochvíle, obveselení, odpočinek, osvěžení, pobavení, potěšení, radost, rekreace, rozptýlení, veselost, vyražení, zábava, požitek, veselí, bál, hra, ples, švanda
διασκέδαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: belustigung, erholung, kurzweil, unterhaltung, vergnügung, zeitverschwendung, zeitvertreib, zerstreuung, freude, lust, spaß, vergnügen, ball, spiel
διασκέδαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forlystelse, fornøjelse, moro, rekreation, tidsfordriv, underholdning, fryd, glæde, bal, fest, kalas, kul, leg, spil
διασκέδαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: deporte, distracción, diversión, entretenimiento, juego, océano, pasatiempo, recreación, recreo, solaz, alborozo, alegría, goce, gozo, júbilo, placer, regocijo, baraja, cachondeo, fiesta, jaleo, juerga
διασκέδαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrément, amusement, amusette, dissipation, distraction, divertissement, hochet, loisir, passe-temps, plaisance, récréation, allégresse, joie, plaisir, réjouissance, bal, jeu, rigolade, sauterie
διασκέδαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: diletto, diporto, distrazione, divertimento, intrattenimento, passatempo, ricreazione, spasso, svago, allegrezza, consolazione, gaudio, gioia, ballo, festa, gioco, giuoco
διασκέδαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: atspredelse, avkoppling, distraksjon, forlystelse, fornøyelse, løyer, moro, morskap, rekreasjon, tidsfordriv, underholdning, fryd, glede, hugnad, fest, kalas, kul, lek, spill
διασκέδαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: зрелищность, отвлечение, отдых, развлечение, веселье, наслаждение, радость, удовольствие, утеха, гулянка, гулянье, забава, игра, потеха
διασκέδαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avkoppling, förströelse, nöje, tillställning, underhållning, fägnad, fröjd, glädje, hugnad, kalas, kul, lek, spel
διασκέδαση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: argëtim, gëzim, qejf, lojë
διασκέδαση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: забавление, игра, развлечение, веселие
διασκέδαση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адцягванне, вы, забава, пацеха, радасць, забаўка
διασκέδαση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ajaviide, meelelahutus, puhkus, nauding
διασκέδαση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajanviete, hauskuus, huvi, huvitus, lysti, ratto, viihdyke, virkistys, ilo, mielihyvä, nautinto, riemu, ilonpito, kisa, leikki, pelaaminen, peli, tanssiaiset
διασκέδαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dokolica, zabava, radost, veselje, igra, ples
διασκέδαση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: mulatság, szórakozás
διασκέδαση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pasilinksminimas, pramoga, džiaugsmas, lošimas, žaidimas
διασκέδαση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: deporte, distracção, diversão, divertimento, entretenimento, recreio, recreou, agrado, alegria, alvoroço, bicha, deleite, delícia, gozo, júbilo, placar, prazer, regozijo, baile, jogo, nivela, torno, viso
διασκέδαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zabava, radost
διασκέδαση στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zábava, radosť
διασκέδαση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: абстракція, вивезення, відвертання, відволікання, відпочинок, відхил, відхилення, гра, джерело, дичина, забава, зняття, партія, послаблення, релаксація, ресурс, розвага, розвагу, розважання, флірт, радість, радощі, сміятися, виконання, вистава, виступ, вчинок, грище, діло, діловий, діючий, дія, засідання, збори, зібрання, зустріч, іграшка, мітинг, побачення, продуктивність, спектакль, справа
διασκέδαση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozrywka, uciecha, zabawa
διασκέδαση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διασκέδαση θεσσαλονίκη, διασκέδαση συνώνυμα, διασκέδαση στη θεσσαλονίκη, διασκέδαση κέρκυρα, διασκέδαση μέχρι θανάτου, διασκέδαση chat gr, διασκέδαση πάτρα, διασκέδαση ετυμολογία, διασκέδαση στην πάτρα, διασκέδαση για παιδιά