lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαρρύθμιση

Λεξικό: αγγλικά διαρρύθμιση
Μεταφράσεις: agreement, arrangement, array, circuit, complex, configuration, layout, makeup, make-up, network, ordination, pact, selling, stipulation, system
διαρρύθμιση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dohoda, dojednání, dorozumění, konfigurace, nařízení, opatření, organizace, pakt, pořádek, řád, rozmístění, seskupení, shoda, smír, smlouva, souhlas, soustava, struktura, systém, ujednání, úmluva, úprava, urovnání, uspořádání, ustanovení, útvar, vyrovnání, zařízení
διαρρύθμιση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abkommen, abmachung, abrede, absprache, anlage, anordnung, aufbau, einigung, einrichtung, konfiguration, ordnung, organisation, pakt, plan, system, übereinkommen, übereinkunft, übereinstimmung, verabredung, vereinbarung, vergleich, vertrag
διαρρύθμιση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aftale, akkord, indbo, klasse, kontrakt, net, orden, overenskomst, rang, samtykke, system, traktat
διαρρύθμιση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acuerdo, arreglo, capitulación, composición, compostura, convenio, disposición, ordenación, pacto, sistema, tratado
διαρρύθμιση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accommodement, accord, ajustement, alliance, arrangement, capitulation, concordat, configuration, conformation, contexture, disposition, entente, groupement, instrument, ordonnance, ordre, pacte, s, stratification, structure, système, texture, traité, transaction
διαρρύθμιση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accordo, apparato, circuito, configurazione, disposizione, ordinamento, ordine, patto, sistema, trattato
διαρρύθμιση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avtale, enighet, overenskomst, sammensetning, system, traktat
διαρρύθμιση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: договор, очертание, пакт, соглашение, уговор
διαρρύθμιση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ackord, arrangemang, fördrag, stadga
διαρρύθμιση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: договор, система, строй
διαρρύθμιση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kokkulepe, leping, süsteem
διαρρύθμιση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asu, järjestelmä, järjestys, määräys, muodostelma, sopimus
διαρρύθμιση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: red, sporazum, ugovor
διαρρύθμιση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alakzat, egyezmény, elsimítás, felosztás, rendszer
διαρρύθμιση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: paktas, rangas, rūšis, sistema, susitarimas, sutartis, tinklas, tvarka
διαρρύθμιση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arranjo, compostura, disposição, pacto, sistema, tratado
διαρρύθμιση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acord, aranjament, înţelegere
διαρρύθμιση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: systém
διαρρύθμιση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: договір, пакт
διαρρύθμιση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: układ
διαρρύθμιση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διαρρύθμιση γκαρσονιέρας, διαρρύθμιση κουζίνας, διαρρύθμιση μικρού σπιτιού, διαρρύθμιση σπιτιού, διαρρύθμιση εσωτερικών χώρων, διαρρύθμιση μικρών χώρων, διαρρύθμιση σαλονιού, διαρρύθμιση μπάνιου, διαρρύθμιση χώρων και λοιπές εργασίες στο ικα εταμ ζωγράφου, διαρρύθμιση εσωτερικού χώρου