lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαπραγμάτευση

Λεξικό: αγγλικά διαπραγμάτευση
Μεταφράσεις: negotiation, prognosis, disposition, retailing, sale
διαπραγμάτευση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: předpověď, prognóza, vyjednávání, odbyt, prodej, výprodej
διαπραγμάτευση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: prognose, verkauf, vertrieb
διαπραγμάτευση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forhandling, omsætning, salg
διαπραγμάτευση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: negociación, pronóstico, aliciente, venta
διαπραγμάτευση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: négociation, pronostic, aliénation, débit, défaite, liquidation, lunetterie, mévente, pour-compte, survente, vente
διαπραγμάτευση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: negoziato, prognosi, trattativa, cessione, liquidazione, smercio, spaccio, vendita
διαπραγμάτευση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forhandling, ekspedering, omsetning, salg
διαπραγμάτευση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: переговоры, продажа
διαπραγμάτευση στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: прогноза
διαπραγμάτευση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: derybos, pardavimas
διαπραγμάτευση στα λιθουανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rokowanie, sprzedaż
διαπραγμάτευση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: svalg
διαπραγμάτευση στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: продаж
διαπραγμάτευση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: müük
διαπραγμάτευση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: menekki, myynti
διαπραγμάτευση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prodaja
διαπραγμάτευση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: árusítás, darusítás, eladás
διαπραγμάτευση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: feria, venda, venta
διαπραγμάτευση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: диспозиція, збут, збутовий, маркетинг, натура, продаж, розміщення, розпорядження, розпродаж, розташування, схильність, усвідомлення
διαπραγμάτευση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

διαπραγμάτευση συνώνυμο, διαπραγμάτευση ορισμόσ, διαπραγμάτευση κατά τον πιστωτικό έλεγχο, διαπραγμάτευση μισθού, διαπραγμάτευση warrants, διαπραγμάτευση λεξικό, διαπραγμάτευση μετοχών τράπεζας κύπρου, διαπραγμάτευση στεγαστικού δανείου, διαπραγμάτευση συνώνυμα, διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό