lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαπράττω

Λεξικό: αγγλικά διαπράττω
Μεταφράσεις: commit, perpetrate, commend, confide, consign, delegate, entrust, induct, recommit, charge, trust
διαπράττω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kompromitovat, páchat, spáchat, pověřit, svěřit, svěřovat, uvést, předložit, uložit
διαπράττω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begehen, verüben, anvertrauen, überlassen, übertragen, vergeben, betrauen
διαπράττω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begå, betro
διαπράττω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cometer, perpetrar, confiar, encomendar, depositar
διαπράττω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commettre, perpétrer, confier, consigner, fier, préposer, déposer, piétiner
διαπράττω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: commettere, perpetrare, affidare, confidare, fidare, raccomandare, incaricare
διαπράττω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begå, betro, tillit
διαπράττω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: злодействовать, совершать, совершить, вверять, поручать, вверить, поручить
διαπράττω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вытвараць, праводзіць, тварыць, учыняць, чыніць, давяраць, даручаць
διαπράττω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegema
διαπράττω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tehdä
διαπράττω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: počiniti
διαπράττω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elkövet, teljesíteni, véghezvinni, megbízni
διαπράττω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cometer, perpetrar, confiar, encomendar, depositar
διαπράττω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виконайте, виконати, виконувати, виступати, виступити, вчинити, вчиніть, вчиняти, завершити, завершіть, завершувати, здійснити, здійснювати, передавати, передати, робити, скоїти, скоювати, учинити, учиняти, чинити, чиніть, довірте, довіряти
διαπράττω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: popełniać, popełnić, powierzać, powierzyć
διαπράττω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begå, anförtro, förtroende, tillit
διαπράττω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

διαπράττω παρακείμενος, διαπράττω κλίση, διαπράττω συνώνυμα