lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διακοπή

Λεξικό: αγγλικά διακοπή
Μεταφράσεις: break, breathing-space, cessation, discontinuance, discontinuity, gap, halftime, half-time, hiatus, interact, interlude, intermission, interruption, interval, letup, let-up, outage, pause, playtime, recess, recreation, respire, rupture, stop, stopover, suspense, timeout, cut-off, discontinuation, interrupt, stoppage
διακοπή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doraz, interval, klid, mezera, meziaktí, mezidobí, mezihra, oddech, odklad, odmlka, odpočinek, osvěžení, pauza, pomlčka, pomlka, prázdniny, přerušení, přerušování, přestávka, rekreace, stanice, volno, vypnutí, zábava, zastavení, zastávka, prasknutí, přetržení, průlom, zlomení
διακοπή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absatz, einstellung, erholungspause, halt, intervall, lücke, pause, rast, stillstand, stockung, störung, unterbrechung, zwischenraum, zwischenwand, zwischenzeit, abbruch, bruch
διακοπή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afbrydelse, frikvarter, interval, pause, rast, rekreation, standsning, stans, stoppested, abort, brud
διακοπή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: descanso, huelga, intermedio, intermisión, interrupción, intervalo, parada, pausa, recreación, tregua, ruptura
διακοπή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arrêt, cesse, coupure, décesse, entracte, entre-temps, intermission, intermittence, interruption, intersession, intervalle, lactose, lacune, mi-temps, pause, récréation, relâche, répit, repos, discontinuation, interception, rupture
διακοπή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alt, arresto, fermata, fermo, gap, intermezzo, interruzione, intervallo, lacuna, pausa, requie, ricreazione, sosta, rottura
διακοπή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avbrott, avbrytelse, frikvarter, intervall, mellomrom, oppholt, pause, rast, stans, staura, stopp, stoppested, abort, brudd
διακοπή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: остановка, отдых, пауза, перерыв, прекращение, углубление
διακοπή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avbrott, frikvarter, intervall, mellanakt, paus, rast, störa, uppehåll
διακοπή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pushim
διακοπή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: антракт
διακοπή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: перапынак, перарыў
διακοπή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: katkestamine, vahetund
διακοπή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: katko, loma, pysähdys, tauko, väli, väliaika, taittuma
διακοπή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: interval, odmor, pauza
διακοπή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hangköz, intervallum, pauza, szórakozás, szünet, tízperc, szakítás
διακοπή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pauzė, pertrauka
διακοπή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: descanso, interrupção, interrupções, intervalo, parada, paragem, pausa, trégua, ruptura
διακοπή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: întrerupere, oprire, staţie
διακοπή στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, відкладання, відпочивати, відпочинок, відпочити, відстрочка, зламати, зламатися, зупинка, інтервал, ламати, ламатися, неспокій, обриватися, пауза, перерва, перервати, перерву, переривання, переривши, перестій, побити, поломка, порушення, порушити, порушувати, припинення, проміжок, простій, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розтрощити, розтрощувати, трощити, упущення, уривчастість, фракція, частка
διακοπή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przerwa, przerwanie
διακοπή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διακοπή καπνίσματος, διακοπή ρεύματος, διακοπή αναβολής, διακοπή ρεύματος δεη, διακοπή νερού, διακοπή συμβολαίου cosmote, διακοπή ρεύματος θεσσαλονίκη, διακοπή οαεε, διακοπή συμβολαίου vodafone, διακοπή παραγραφής