lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διακοπές

Λεξικό: αγγλικά διακοπές
Μεταφράσεις: break, furlough, holiday, recess, leave, vacation
διακοπές στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dovolená, prázdniny, dovolenka, povolení, prázdno, rozloučení, uprázdnění
διακοπές στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ferien, urlaub, url-adresse, urlaube
διακοπές στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ferie, helg, lov, semester, skoleferie, tilladelse, ferier, ledighed
διακοπές στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: feria, vacaciones, permiso
διακοπές στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: congé, congés, vacances, campos, perme, permission, vacance, villégiature
διακοπές στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ferie, permesso, vacanza, commiato, congedo, licenza, villeggiatura
διακοπές στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ferie, helg, ledighet, lov, semester, skoleferie, permisjon, ferier
διακοπές στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: каникулы, отпуск, разрешение, отдыхи
διακοπές στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ferie, helg, ledighet, lov, semester, permisjon, permission, ferier
διακοπές στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pushim
διακοπές στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отпуск
διακοπές στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: канікулы
διακοπές στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: loma, virkavapaus, lupa
διακοπές στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: praznici
διακοπές στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szünidő, vakáció, szabadság, nyaralás, üdülés
διακοπές στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atostogos
διακοπές στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: feria, férias, licença, licencia, feriado
διακοπές στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prázdniny, dovolenka
διακοπές στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: звільніть, канікули, виїжджати, виїхати, відійти, відпуск, відпустка, відпустку, втримання, дозвіл, залишати, залишити, звільнення, кинути, креслення, лишати, лишити, малювання, малюнок, облишати, облишити, переїхати, поїхати, покидати, покинути
διακοπές στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ferie, urlop, wakacje, wczasy
διακοπές στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: luba
διακοπές στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dopust
διακοπές στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

διακοπές καλοκαίρι 2014, διακοπές πάσχα, διακοπές στην αίγινα, διακοπές 2014, διακοπές συστήματος, διακοπές στην ελλάδα, διακοπές πασχα 2014, διακοπές με παιδιά, διακοπές για όλους, διακοπές ρεύματος