lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαιρώ

Λεξικό: αγγλικά διαιρώ
Μεταφράσεις: bisect, carve, distribute, divide, group, partake, partition, share, split, stream, apportion
διαιρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dělit, rozčlenit, rozdělit, rozpůlit, rozštěpit, sdílet, rozdělovat, rozmístit, rozvrhnout
διαιρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufteilen, dividieren, teilen, trennen, verteilen, zerlegen, eingeteilt, einteilen, geteilt
διαιρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adskille, dele, dividere, fordele, udstykke
διαιρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compartir, despartir, dividir, partir, repartir, separar, prorratear
διαιρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compartimenter, contingenter, démembrer, diviser, partager, scinder, répartir
διαιρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: condividere, dividere, spartire, distribuire
διαιρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: atskille, dele, dividere, fordele, utparsellere, utstykke
διαιρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: делить, отделять, подразделять, расщеплять, поделить, подразделить
διαιρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dela, delge, fördela, indela, skilja, avdela
διαιρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndaj
διαιρώ στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jagama
διαιρώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jakaa
διαιρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elkülöníteni, eloszt, osztani, osztozkodik, beoszt, elválaszt, osztódik, osztója
διαιρώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: compartir, desmembrar, dividir, partir, repartir, separar
διαιρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dzielić, podzielić
διαιρώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διαιρώ με διψήφιο διαιρέτη, διαιρώ με διάφορους τρόπους, διαιρώ συνώνυμα, αφαιρώ στα αγγλικά