lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαδοχή

Λεξικό: αγγλικά διαδοχή
Μεταφράσεις: chain, course, draft, draught, draw, route, sequence, string, thoroughfare, devolution, heirloom, heritage, inheritance, patrimony, succession, from, order, rotation, spell, subsequence, tour, turn, after-effect, aftermath, alternation, consequence, corollary, outgrowth, repercussion, round, sequel, abatement, blip, decelerate, decline, decrease, descent, dip, downgrade, downturn, drop, estate, fall, gradient, legacy, lower, shortfall, slope
διαδοχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: běh, chod, dráha, následnost, pořadí, posloupnost, postup, přednáška, průběh, řada, sled, tah, tok, dědění, dědičnost, dědictví, následnictví, nástupnictví, odkaz, pozůstalost, nařízení, následování, pořádek, příkaz, řád, rozkaz, střídání, zakázka, důležitost, důsledek, následek, odezva, odraz, ohlas, pokračování, prospěch, účinek, výsledek, dopad, klesání, naklonění, pád, pokles, sestup, sjezd, sklon, snížení, spád, svah, úbytek, vodopád, zešikmení, zřícení
διαδοχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfolge, aufeinanderfolge, folge, gang, kette, kurs, kursus, lauf, lehrgang, reihe, serie, strich, erbe, erbschaft, reihenfolge, effekt, ergebnis, fortsetzung, konsequenz, nachfolge, resultat, wirkung, abfall, abhang, abnahme, absturz, fall, gefälle, hang, nachlass, neigung, rückfahrkarte, rückgang, steigung, sturz, erbfolge
διαδοχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: drag, følge, kurs, kursus, arv, anordning, befaling, klasse, orden, ordning, ordre, rang, sekvens, effekt, eftervirkning, konsekvens, virkning, fald, hældning, nedgang, skrænt, skråning
διαδοχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: curso, serie, sucesión, herencia, legado, patrimonio, orden, veterinario, consecuencia, efecto, resultado, secuela, bajada, caída, cuesta, declinación, declive, decrecimiento, descenso, mengua, menguante
διαδοχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: course, passée, régime, série, succession, suite, tire, hérédité, héritage, hoirie, patrimoine, alternative, ordre, successibilité, successivité, conséquence, contrecoup, répercussion, résultat, baisse, chute, déclivité, descente, hypotension, inclinaison, pente
διαδοχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: conduttura, corso, decorso, quotazione, sequenza, serie, successione, eredità, patrimonio, retaggio, comando, ordine, conseguenza, contraccolpo, rimbalzo, ripercussione, risultato, seguito, caduta, calata, calo, declivio, diminuzione, discesa, inclinazione, pendenza, pendice, pendio, ribasso
διαδοχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: drag, følge, kurs, lopp, rekke, arv, anordning, befaling, orden, ordning, ordre, rekkefølge, sekvens, suksesjon, effekt, ettervirkning, konsekvens, fall, minska, nedgang, prisfall, skråning, tilbakegang
διαδοχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: курс, последовательность, ход, наследие, наследственность, наследство, унаследование, очередность, очерёдность, очередь, порядок, последствие, наклон, падение, перепад, скат, склон, спад, спуск, уклон
διαδοχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lopp, omgång, arv, ordning, sekvens, stadga, återverkan, efterföljd, efterkänning, efterklang, efterverkning, påföljd, minska, nedgång
διαδοχή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: varg, trashëgimi, zbritje
διαδοχή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: курс, последствие, следствие, наклон, наследство, склон
διαδοχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: järjend, pärand, pärilikkus, tagajärg, gradient, kallak, kosk, kukkumine, langemine
διαδοχή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jakso, jono, kulku, kurssi, oppijakso, sarja, perintö, järjestys, jatko, seuraus, alamäki, aleneminen, rinne, viettävyys
διαδοχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: folyamat, folytatás, húzás, sorozat, öröklés, örökség, sorrend, szekvencia, folyomány, csökkenés, esés, hagyaték, hanyatlás, leereszkedés
διαδοχή στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cotação, curso, percurso, série, herança, sucessiva, conclusão, conclusas, consequência, efeito, resultado, caída, declive, descendo, encesta, encosta, heresia, inclinação, ladeira, legado, queda, rampa, vertente
διαδοχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curs, cădere, reducere
διαδοχή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pouk, red
διαδοχή στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciąg, dziedzictwo, dziedziczenie, kolejność, następstwo, spadek, sukcesja
διαδοχή στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: спадчына, паслядоўнасць, вынік, спуск
διαδοχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: palikimas, paveldas, seka, padarinys, pasekmė, poveikis, nuolydis, nuožulnumas, šlaitas
διαδοχή στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: спадковість, спадок, спадщина, спадщину, успадкування, наслідок, погодженість, послідовність, постійність, просування, ряд, сумісність, черговість, виховати, виховувати, готувати, кінець, поїзд, продовження, результат, тренувати, вниз, внизу, водовід, втеча, додолу, донизу, наниз, осушення, скат, спіштеся, спуск, спускання, униз
διαδοχή στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: red, posljedica, rezultat, padina
διαδοχή στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pokles
διαδοχή στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

διαδοχή εργοδότη, διαδοχή κατά ρίζες, διαδοχή κκε, διαδοχή μητροπολίτη μαρωνείας, διαδοχή κρατών, διαδοχή μητροπολίτη αργολίδος, διαδοχή φάσεων, διαδοχή αγγλικά, διαδοχή βρετανικού θρόνου, διαδοχή εξ' αδιαθέτου