lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαδίδω

Λεξικό: αγγλικά διαδίδω
Μεταφράσεις: diffuse, disseminate, pervade, propagate, spread
διαδίδω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: propagovat, rozhazovat, rozhlašovat, rozlévat, rozlít, rozmnožit, roznést, rozptýlit, rozsévat, rozšířit, rozšiřovat, rozsít, šířit, trousit
διαδίδω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: streuen, verbreiten
διαδίδω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: difundir, divulgar, espaciar, propagar
διαδίδω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: diffuser, propager, régner, répandre
διαδίδω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: diffondere, propagare, spandere, spargere
διαδίδω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: распространять
διαδίδω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: përhap
διαδίδω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: levitama
διαδίδω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: levittää
διαδίδω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: difundir, divulgar, propagar
διαδίδω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ангар, випромінюйте, випустіть, вкрийте, донесіть, донести, доносити, забезпечте, кухлик, оберніться, обернутися, обертатися, оголосити, оголосіть, оголошувати, опромінювати, посіяти, поширений, поширення, поширити, поширювати, проголосити, проголошувати, продовжтеся, проливати, пролити, простиратися, простягати, простягатися, простягніть, простягнути, простягнутися, протягати, роздавати, розповсюджувати, розповсюджуватися, розповсюдити, розповсюдитися, розповсюдьте, розповсюдьтеся, розподілити, розподіліть, розподіляти, розсіювати, розсіяний, розсіяти, розтягнути, розтягувати, розширений, розширяти, свиня, сіяти, сокіл, сягати, узагальнити, узагальніть, узагальнювати, циркулювати, яструб
διαδίδω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szerzyć
διαδίδω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διαδίδω συνώνυμα, διαδίδω english, διαδίδω μετάφραση, εκδίδω αόριστος