lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαβεβαιώνω

Λεξικό: αγγλικά διαβεβαιώνω
Μεταφράσεις: acknowledge, affirm, assert, attest, avow, betoken, confirm, corroborate, endorse, reaffirm, sustain, verify, vouch, warrant, admit, approve, ascertain, certify, decide, find, reason, state, testify
διαβεβαιώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: biřmovat, dosvědčit, dotvrdit, hlásit, konfirmovat, osvědčit, ověřit, podporovat, potvrdit, potvrzovat, přezkoušet, prověřit, svědčit, utvrdit, utvrzovat, verifikovat, dokazovat, konstatovat, zaopatřit, zjistit, zjišťovat
διαβεβαιώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bejahen, bekräftigen, bestätigen, vergewissern, feststellen
διαβεβαιώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekræfte, bestyrke, bevise, fastslå, forsikre
διαβεβαιώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acusar, afirmar, certificar, comprobar, concertar, confirmar, contestar, corroborar, sellar, aseverar, encontrar
διαβεβαιώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accuser, attester, certifier, confirmer, corroborer, prouver, sceller, vérifier, constater, édifier, établir
διαβεβαιώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accertare, affermare, appurare, attestare, avvalorare, certificare, confermare, dimostrare, giurare, provare, verificare, constatare
διαβεβαιώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekrefte, bestyrke, bevise, bevitne, fastslå, konstatert
διαβεβαιώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: подтверждать, удостоверять, констатировать
διαβεβαιώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bejaka, konstatera
διαβεβαιώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пацвярджаць, сцвярджаць
διαβεβαιώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vahvistaa, varmentaa
διαβεβαιώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: potvrditi
διαβεβαιώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beigazolódik, állít, megállapítani, megerősíteni
διαβεβαιώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acusar, afirmar, assegurar, certificar, confirmar, contestar, corroborar, ratificar, encontrar
διαβεβαιώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: атестуйте, визнавати, виправдайте, виправдати, виправдовувати, гарантувати, густішати, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, зазнавати, зазнати, запевніть, запорука, засвідчити, засвідчувати, затверджувати, затвердити, згустіться, обґрунтовувати, обґрунтувати, перевірити, перевірте, перевіряти, підпирати, підписати, підписувати, підпишіться, підтверджувати, підтвердити, підтримайте, підтримати, підтримувати, погодьтеся, погустішати, поручіться, потовстішати, ручатися, свідчити, схвалити, схвалювати, твердити, товстішати, укріпіть, утверджувати, утвердити
διαβεβαιώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: potwierdzać, stwierdzać
διαβεβαιώνω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tuvastama
διαβεβαιώνω στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: certifica
διαβεβαιώνω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

διαβεβαιώνω english, διαβεβαιώνω συνώνυμα, διαβεβαιώνω μεταφραση