lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διαβεβαίωση

Λεξικό: αγγλικά διαβεβαίωση
Μεταφράσεις: assurance, assertion, certainty, certitude, confidence, dependability, reliability, security, self-confidence, sureness, surety, trustworthiness, acknowledgement, acknowledgment, affirmation, answerback, certification, commit, confirmation, corroboration, reaffirmation, receipt, seal, verification, vindication, asseveration, averment, axis, claim, contention, enunciation, maintenance, objection, predication, proposition, theorem, word, insurance, arranging, guarantee, protest, protestation, reassurance, securing
διαβεβαίωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jistota, pojištění, sebedůvěra, sebejistota, ujištění, záruka, bezpečí, bezpečnost, pevnost, spolehlivost, určitost, zabezpečení, atest, certifikát, dotvrzení, konfirmace, osvědčení, potvrzení, prohlášení, tvrzení, uznání, vysvědčení, poučka, teorém, teze, ujišťování, věta, výpověď, výrok, ohrazení, protest
διαβεβαίωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: sicherung, versicherung, zusicherung, gewissheit, sicherheit, bejahung, bescheinigung, bestätigung, angabe, aussage, behauptung, lehrsatz, satz, assekuranz, beteuerung, einspruch, protest
διαβεβαίωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forsikring, bestemthed, sikkerhed, visset, påstående, påstand, livsforsikring, sikring, protest, tilsagn
διαβεβαίωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aseguramiento, certeza, certidumbre, firmeza, pulso, seguridad, seguro, tiento, acuse, afirmación, certificación, certificado, confirmación, aserción, aserto, aseveración, teorema, protesta, protestación
διαβεβαίωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assurance, certitude, compagnie, consistance, évidence, fermeté, sécurité, solidité, sûreté, affirmation, certificat, confirmation, reconnaissance, visa, allégation, assertion, théorème, thèse, protestation
διαβεβαίωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assicurazione, baldanza, certezza, evidenza, sicurezza, affermazione, asserzione, certificato, conferma, riconoscimento, riprova, teorema, tesi, cauzione, garanzia, protesta
διαβεβαίωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forsikring, bestemthet, forvissning, sikkerhet, trygghet, visshet, anerkjennelse, bekreftelse, påstående, påstand, setning, assuranse, livsforsikring, sikring, trygd, tilsagn
διαβεβαίωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: страхование, страховка, безопасность, надежность, надёжность, определенность, определённость, уверенность, подтверждение, застрахование, заверение, протест, уверение
διαβεβαίωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: försäkring, säkerhet, visshet, bejakande, bekräftelse, påstående, assurans
διαβεβαίωση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: застраховка, сигурност, теорема, протест
διαβεβαίωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: страхаванне, упэўненасць, пацвярджэнне, запэўненне, запэўніванне, упэўненне, упэўніванне
διαβεβαίωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: itseluottamus, itsevarmuus, vakuutus, turvallisuus, vakuus, varmuus, todistus, varmennus, väite, moite
διαβεβαίωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: osiguranje, potvrda, tvrđenje, protest
διαβεβαίωση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: biztosítás, bizonyosság, biztosság, igenlés, köszönetnyilvánítás, állítás, óvás
διαβεβαίωση στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: впевненість, гарантія, запевнення, затвердження, певність, ствердження, стверджування, страхування, упевненість, безпека, довіра, забезпечення, запорука, захист, мусити, мусить, надійність, охорона, переконаність, переконання, повинен, повинний, полягання, порука, поручительство, атестат, атестація, визнання, зізнання, індосамент, освідчення, перевірка, підтвердження, підтримка, потвердження, розписка, свідоцтво, свідчення, схвалення, твердження, завірення, завіряння, запевняння
διαβεβαίωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: asekuracja, pewność, potwierdzenie, twierdzenie, ubezpieczenie, zapewnienie
διαβεβαίωση στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: julgeolek
διαβεβαίωση στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apsauga, saugumas, protestas
διαβεβαίωση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: certeza, segurança, seguro, acuse, certificado, certificaria, confirmaria, constataria, teorema, protesta, protesto
διαβεβαίωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: certitudine, certificat
διαβεβαίωση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: varnost
διαβεβαίωση στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: potvrdenie, tvrdenie, poistenie
διαβεβαίωση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

επιβεβαίωση συνώνυμο