lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διάταγμα

Λεξικό: αγγλικά διάταγμα
Μεταφράσεις: decree, edict, fiat, order, disposal, ordinance, regulation, writ, adjudication, award, doom, final, judgement, judgment, sentence, verdict
διάταγμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dekret, nařízení, předpis, rozhodnutí, disponování, opatření, uspořádání, ustanovení, mínění, názor, odsouzení, ortel, posouzení, posudek, průpověď, rozsudek, soudnost, úsudek, výrok
διάταγμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dekret, erlass, verfügung, verordnung, anordnung, regel, vorschrift, beurteilung, entscheidung, erkenntnis, spruch, ursprungsbeleg, urteil
διάταγμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anordning, dekret, forordning, kendelse, regeringslov, dom
διάταγμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: auto, decreto, disposición, edicto, ordenanza, condena, fallo, juicio, sentencia, veredicto
διάταγμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: décret, disposition, mandement, ordonnance, rescrit, condamnation, jugement, sentence, verdict
διάταγμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: decreto, ordinanza, prescrizione, condanna, giudizio, sentenza, verdetto
διάταγμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anordning, dekret, dom, døma, judisium, kjennelse, skjønn
διάταγμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: декрет, приказ, указ, распоряжение, вердикт, приговор
διάταγμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dekret, disposition, förfogande, förordnande, dom, döma
διάταγμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: декрет, постановление, указ, наредба
διάταγμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дэкрэт, указ, распараджэнне
διάταγμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asetus, määräys, tuomio
διάταγμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: rendelet, döntés, ítélet, vélemény, verdikt
διάταγμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įsakas, potvarkis, sprendimas
διάταγμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: auto, decreto, diploma, consigna, dispositiva, mandato, regulamento, condena, falo, julgamento, sentença, sentencia, veredicto
διάταγμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: декрет, закон, запровадження, конституція, постанова, указ, виконайтеся, вказівка, вчинити, вчиняти, директива, дирекція, диспозиція, зайнятися, зробити, інструкція, керівництво, напрям, напрямок, настанова, натура, робити, розміщення, розпоряджання, розпорядження, слово-так, схильність
διάταγμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dekret, rozporządzenie, wyrok
διάταγμα στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: juhis
διάταγμα στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: presuda
διάταγμα στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

διάταγμα των μεδιολάνων, διάταγμα παυλόπουλου, διάταγμα του μεδιολάνου, διάταγμα του καρακάλλα, διάταγμα παυλόπουλου» π δ 164 04, διάταγμα των μεδιολάνων ένας νέος δρόμος ανοίγεται για τους χριστιανούς, διάταγμα περιοριστικών μέτρων, διάταγμα παυλόπουλου» π δ 164/04, διάταγμα καρακάλλα, διάταγμα της νάντης