lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: διάσταση

Λεξικό: αγγλικά διάσταση
Μεταφράσεις: dimension, extent, magnitude, measurement, size
διάσταση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: číslo, dimenze, důležitost, formát, míra, objem, rozměr, rozsah, veličina, velikost, význam, vzrůst, měření
διάσταση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausdehnung, ausmaß, dimension, größe, länge, maß, umfang, weite, bemessung, messen, messung, veranlagung
διάσταση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: format, mål, omfang, størrelse, dimension, forholdsregel, måling
διάσταση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dimensión, extensión, grandeza, grandor, medida, talla, tamaño, medición
διάσταση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dimension, format, gabarit, grandeur, importance, pointure, retaille, taille, volume, calibre, mesure, vindicte
διάσταση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ampiezza, dimensione, grandezza, grossezza, misura, mole, taglia
διάσταση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dimensjon, format, mål, omfang, størrelse, forholdsregel, måling
διάσταση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: величие, величина, измерение, размер
διάσταση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mål, mått, storlek, störtelse, omfång
διάσταση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: madhësi
διάσταση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: измерение, размер, измерване
διάσταση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: велічыня, памер, размер
διάσταση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suurus, mõõtmine
διάσταση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: koko, laajuus, mitta, suuruus, ulottuvuus
διάσταση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: veličina
διάσταση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dimenzió, formátum, méret, mérték, nagyság
διάσταση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dydis
διάσταση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ampliado, amplidão, amplitude, calibre, dimensão, extensão, grandeza, medição, medida, tamanho
διάσταση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: біг, бігати, бігти, біжать, величина, виконаний, виконати, градація, діяти, калібр, кегля, керувати, луска, лущити, лущитися, масштаб, метр, обертатися, обсяг, оподаткування, пересуватися, підніматися, піднятися, плинути, побігти, працювати, пробігати, рейс, ритм, розмір, ступінь, текти, тираж, тікати, тягнутися, ходити, цикл, шкала, формат, функціонувати
διάσταση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozmiar, wymiar
διάσταση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

διάσταση συνώνυμο, διάσταση α5, διάσταση β5, διάσταση συνώνυμα, διάσταση α2, διάσταση ηβικής σύμφυσης, διάσταση συζύγων, διάσταση α0, διάσταση α1, διάσταση α7