lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δηλητήριο

Λεξικό: αγγλικά δηλητήριο
Μεταφράσεις: bane, poison, venom, virus, vitriol
δηλητήριο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jed, jedovatý, vir, zloba
δηλητήριο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gift, virus
δηλητήριο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: edder, etter, gift, virus
δηλητήριο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ponzoña, veneno, virus, tóxico, zaraza
δηλητήριο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bave, poison, toxique, venin, virus, antipoison, mort-aux-rats
δηλητήριο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: veleno, virus
δηλητήριο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: edder, etter, gift, virus
δηλητήριο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вирус, яд, отрава
δηλητήριο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: etter, gift, edler
δηλητήριο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: helm
δηλητήριο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вирус, отрова
δηλητήριο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mürk, tigedus, viirus
δηλητήριο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: myrkky
δηλητήριο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: otrov, virus
δηλητήριο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vírus, méreg
δηλητήριο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuodas, virusas
δηλητήριο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: peçonha, tóxico, veneno, vírus
δηλητήριο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: strup
δηλητήριο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jed
δηλητήριο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вірус, інфекція, отрута, отруту
δηλητήριο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jad, trucizna, trutka
δηλητήριο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δηλητήριο στη φλέβα, δηλητήριο μέλισσας, δηλητήριο καρράς, δηλητήριο για γάτες, δηλητήριο σφήκας, δηλητήριο για περιστέρια, δηλητήριο του σκορπιού, δηλητήριο οχιάς, δηλητήριο φιδιού, δηλητήριο ρικίνη