lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δεσπόζω

Λεξικό: αγγλικά δεσπόζω
Μεταφράσεις: dominate, overlook, overrule, overshadow, preponderate, preside, command, control, govern, obtain, predominate, reign, sway, outbalance, outweigh, overweigh, prevail
δεσπόζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dominovat, ovládat, převládat, vládnout, ovládnout, zvládnout, opanovat, panovat, řídit, spravovat, vévodit, převládnout, zvítězit
δεσπόζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dominieren, überwiegen, vorherrschen, beherrschen, führen, geherrscht, herrschen, kontrollieren, regieren, steuern, wiegen
δεσπόζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dominere, overhånd, beherske, herske, rå, regere, styre
δεσπόζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dominar, predominar, prevalecer, controlar, gobernar, imperar, regir, reinar, remar, preponderar, prevaler
δεσπόζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dominer, prédominer, commander, gourmander, gouverner, maîtriser, régner, surveiller, trôner, prévaloir
δεσπόζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dominare, sovrastare, governare, padroneggiare, predominare, regnare, vigilare, prelevare, prevalere
δεσπόζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dominere, overhånd, beherska, beherske, eie, herske, kontroll, rå, råda, regjere, styre, dominert
δεσπόζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: господствовать, доминировать, возвышать, превалировать, властвовать, править, управлять, царить, царствовать, перевешивать, преобладать
δεσπόζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dominera, behärska, härska, kontroll, råda, regera, regering
δεσπόζω στα σουηδικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dominować, górować, panować, przeważać
δεσπόζω στα πολωνική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dominar, predominar, fiscalizar, governar, imperar, reger, reinar, preponderar, prevalece, prevalecer
δεσπόζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: sundoj
δεσπόζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: панаваць, пераважаць, перавешваць
δεσπόζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: valitsema
δεσπόζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hallita, hillitä, tarkastaa, vallita
δεσπόζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kormányozni, uralkodni
δεσπόζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: valdyti, viešpatauti
δεσπόζω στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювати, анулюйте, відхилити, відхиляти, панувати, переважати, переважте, превалювати, важити, відкиньте, зважити, зважувати, обмірковувати, обміркувати, особливість, переважити, переважок, переважувати, перевищити, перевищувати
δεσπόζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prevagnuti
δεσπόζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

δεσπόζω συνώνυμα, δεσπόζω ετυμολογία, δεσπόζω βικιλεξικο, δεσπόζω λεξικο, θεσπίζω ορισμός