lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δεσμεύω

Λεξικό: αγγλικά δεσμεύω
Μεταφράσεις: bind, cohere, combine, connect, interlink, interlock, interrelate, knot, link, oblige, pinion, relate, seize, tie, truss, binding, bond, bonding, catenation, linking, setting
δεσμεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kombinovat, pojit, připojit, připoutat, přivázat, sdružovat, sestavovat, slučovat, spojit, spojovat, spoutat, spřahovat, svázat, svazovat, upevnit, uvázat, vázat, zapojit, zauzlit, zavázat, zavazovat, zkombinovat, ligatura, spojování, stanovení, usazení, vázání
δεσμεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anschließen, binden, verbinden, verknüpfen, zusammenschließen, bindung
δεσμεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: binde, forbinde, knop, knut, knytte, snøre
δεσμεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amarrar, anudar, aprisionar, articular, atar, combinar, conectar, enlazar, liar, ligar, reunir, trabar, vincular, ligadura
δεσμεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assembler, attacher, avec, botteler, combiner, coupler, enchaîner, engager, engerber, englober, gerber, joindre, lier, ligoter, nouer, relier, bottelage, englobement, fixation, liage, ligature, nouement, nouure
δεσμεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annodare, attaccare, collegare, concatenare, congiungere, connettere, impegnare, ingranare, legare, rilegare, vincolare, legatura, saldare
δεσμεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: binde, forbinde, knop, knut, knyta, knytte, snøre
δεσμεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вязать, завязывать, сопрягать, вязание, вязка, плетение, сопряжение
δεσμεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knop, knut, knyta, knytte, obligation
δεσμεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lidh
δεσμεύω στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: seostama
δεσμεύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kahlehtia, kiinnittää, kytkeä, liittää, sitoa
δεσμεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: vezati
δεσμεύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: köt, kötni, összekötni, hozzáköt
δεσμεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amarrar, atar, combinar, conectar, ligar, reunir, vincular
δεσμεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: lega
δεσμεύω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wiązać, wiązanie
δεσμεύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δεσμεύω στα αγγλικά, δεσμεύω συνώνυμα, δεσμεύω χρήματα, δεσμεύω συνωνυμα