lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δελεάζω

Λεξικό: αγγλικά δελεάζω
Μεταφράσεις: allure, bait, entice, lure, seduce, wile, abduct, cajole, rape, ravish, woo, beckon, decoy, inveigle, tempt, baffle, delude
δελεάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dráždit, lákat, nalákat, navnadit, pokoušet, poutat, přilákat, přitahovat, přivábit, svádět, svést, vábit, zkazit, zlákat, odloudit, okouzlit, vlákat, vnadit, klamat, oklamat, podvést
δελεάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: locken, reizen, verführen, verlocken, geködert, täuschen, trügen
δελεάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: tentar, seducir, enganchar, engañar
δελεάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acoquiner, affriander, affrioler, aguicher, allécher, appâter, attirer, leurrer, tenter, séduire, acompte, dévoyer, frouer, bercer, enjôler, flatter, illusionner, tromper
δελεάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adescare, allettare, attrarre, sedurre, illudere
δελεάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: oppfordre, friste, lokke, tiltrekke, bedra
δελεάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заманивать, привлекать, обольщать, соблазнять, завлекать, манить, завлечь, заманить, поманить, привлечь, сманить, обманывать
δελεάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bulvan, förleda, locka, bedra
δελεάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: houkutella, hurmata
δελεάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mamiti, zavesti, obmanuti
δελεάζω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atrair, engodar, tentar, enganchar, seduzir, iludir
δελεάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nęcić, uwodzić, wabić, zwabić, łudzić
δελεάζω στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видавати, виказувати, гойдати, гойдатися, гойдніться, звисати, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, спокусити, спокусіть, спокушати, спокушувати, ввести, вводити, видати, виказати, виконайтеся, вчинити, вчиняти, дурень, дурити, дурний, жарт, забавляти, зайнятися, запроваджувати, запровадити, зробити, морочити, мучте, надходити, накладати, накласти, наставати, настати, обдурити, обдурювати, обкладати, обкласти, обман, обманіть, обманювати, одурманьте, окорок, оподатковувати, оподаткувати, пастка, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, робити, розважати, розчаровувати, розчарувати, розчаруйте, фальсифікувати
δελεάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: friste, lokke
δελεάζω στα δανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ашукваць, зводзіць, падманваць
δελεάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csalni, megtéveszteni
δελεάζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

δελεάζω συνώνυμο, δελεάζω translate, δελεάζω αγγλικά, δελεάζω συνώνυμα