lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

δεσπόζω στα δανική

Λέξη: δεσπόζω (Αριθμός των γραμμάτων: 7)
Λεξικό: ελληνικά-δανική
Μεταφράσεις (7): dominere, overhånd, beherske, herske, , regere, styre
 
Εκτίμηση:
(3/5)
 
Σχετικές λέξεις: δανική δεσπόζω, θεσπίζω ορισμός, δεσπόζω συνώνυμα, δεσπόζω λεξικο, δεσπόζω ετυμολογία, δεσπόζω βικιλεξικο, δεσπόζω στα δανική, dominere στα ελληνικά
δεσπόζω στα δανική