lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

δένω στα δανική

Λέξη: δένω (Αριθμός των γραμμάτων: 4)
Λεξικό: ελληνικά-δανική
Μεταφράσεις (9): binde, forbinde, knop, knut, knytte, snøre, forene, koble, samle
 
Εκτίμηση:
(4/5)
 
Σχετικές λέξεις: δανική δένω, ρήμα δίνω, κόμπο δένω, δένω το γάιδαρό μου, δένω συνώνυμα, δένω δένομαι, δένω στα δανική, binde στα ελληνικά
δένω στα δανική