lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δανείζομαι

Λεξικό: αγγλικά δανείζομαι
Μεταφράσεις: borrow, lend, lent, loan, rent, adopt
δανείζομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: poskytnout, půjčit, půjčovat, zapůjčit
δανείζομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufnehmen, ausleihen, borgen, leihen, pumpen, verleihen, entlehnen
δανείζομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: låne
δανείζομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: prestar, alquilar, fletar, endeudarse
δανείζομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: emprunter, prêter, remprunter, tirer
δανείζομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: imprestare, mutuare, prestare
δανείζομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: låne
δανείζομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: занимать, одалживать, ссужать, заимствовать
δανείζομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: huaj
δανείζομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: laenama
δανείζομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lainata
δανείζομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pozajmiti
δανείζομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kölcsön
δανείζομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: emprestar, prestar, alguidar
δανείζομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зичити, надайте, позичати, позичити
δανείζομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pożyczać, wypożyczać, zapożyczać
δανείζομαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δανείζομαι στα αγγλικα, δανείζομαι μεταφραση, δανείζομαι συνωνυμα