lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δαγκώνω

Λεξικό: αγγλικά δαγκώνω
Μεταφράσεις: bite, bug, clash, fret, gnaw, itch, nibble, snap, sting
δαγκώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brát, hlodat, hryzat, hrýzt, kousat, kousnout, leptat, ohlodávat, ohryzat, ohryzávat, okousat, okusovat, oštipovat, píchnout, pokousat, prožrat, rozežírat, štípat, štípnout, uštknout, pálit, bodnutí, kousnutí, píchat, píchnutí, poštípat, uštknutí
δαγκώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beißen, gebissen, kauen, knabbern, knacken, krabbeln, nagen, zerkauen, stechen, biss, stich
δαγκώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bide, gange, bidte, nappa, bitte
δαγκώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mascar, morder, picar, roer, mordedura, mordisco, picada, picadura
δαγκώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brouter, croquer, grignoter, gruger, grugęr, manger, mordiller, mordre, ronger, piquer, dentée, morsure
δαγκώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abboccare, addentare, azzannare, mangiucchiare, mordere, morsicare, rosicchiare, addentatura, morso
δαγκώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bite, gnage, gremme, hugga, knaske, mumsa, nafsa, nappa, bitt, hugg, stikk
δαγκώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грызть, кусать, укусить, укус, укусы
δαγκώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bita, hugga, knapra, mumsa, nafsa, nappa, bett, hugg
δαγκώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kafshoj
δαγκώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: грызці, лузаць, лушчыць, кусаць
δαγκώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haukata, hivuttaa, jäytää, jyrsiä, kalvaa, nakertaa, puraista, purra, purema
δαγκώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: harapni, rágni, megharap, megharapni, megcsípni, csípés
δαγκώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: morder, picar, rilhar, roer, mordedura, mordisco, picada, picadura
δαγκώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гризніть, гризти, точити, жало, кусати, укус
δαγκώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gryźć, kąsać, ugryźć, ukąsić, ukąszenie
δαγκώνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ujesti, ujed
δαγκώνω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

δαγκώνω τη λαμαρίνα, δαγκώνω τη γλώσσα μου, δαγκώνω ονειροκρίτης, δαγκώνω τα χείλη, δαγκώνω στα γαλλικά, τον δαγκώνω