lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δίνω

Λεξικό: αγγλικά δίνω
Μεταφράσεις: afford, contribute, give, tip, blow, absolve, condone, donate, forgive, pardon, present, remit, spar, administer, allow, equip, graft, let, hand, impersonate, impersonation, pass, quote, serve, bequeath, consign, convex, convey, devolve, relay, relayed, remise, transmit
δίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dát, dávat, odevzdat, plodit, podat, poskytnout, poskytovat, rodit, rozdávat, udat, udělit, věnovat, fičet, foukat, funět, rozfouknout, vanout, vyfouknout, obětovat, odpouštět, odpustit, omluvit, pardonovat, prominout, uvést, zasvětit, nechat, nechávat, pronajmout, způsobit, dodat, obsloužit, obsluhovat, podávat, pomoci, posloužit, servírovat, sloužit, doručit, odložit, postoupit, přecházet, předat, přejet, přejít, překračovat, překročit, přenášet, přenést, svěřit, tradovat, uložit, vysílat, zmocnit
δίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eingeben, erteilen, geben, gegeben, mitgeben, blasen, wehen, erlassen, nachlassen, präsentieren, schenken, stiften, vergeben, verzeihen, vorstellen, widmen, applizieren, bieten, eingegeben, erlauben, lassen, machen, verleihen, angeben, auftragen, hergeben, kredenzen, langen, nennen, reichen, servieren, überreichen, verabfolgen, verbringen, vorlegen, vorsetzen, anweisen, überantworten, übergeben, übermitteln, übersteigen, übertreffen, überweisen, vergaß
δίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gi, give, blæse, forestille, præsentere, servere, skåne, tilgik, la, løslade, betjene, tjene, overføre
δίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dar, donar, otorgar, regalar, soplar, ventear, dotar, excusar, ofrecer, perdonar, presentar, aportar, dejar, dispensar, facilitar, permitir, prestar, procurar, alargar, citar, adelantar, ceder, comunicar, entregar, legar, librar, mandar, remitir, rendir, transferir, transmitir, traspasar
δίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abouler, administrer, bailler, donner, enraciner, fauter, forligner, octroyer, par, procurer, tomber, haler, souffler, consacrer, offrir, pardonner, ficher, laisser, médicamenter, prêter, rendre, servir, assigner, déléguer, dépasser, repasser, transmettre
δίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dare, impartire, sbuffare, soffiare, condonare, donare, perdonare, regalare, lasciare, porgere, servire, somministrare, oltrepassare, passare, riferire, riportare, superare, tramandare, trasmettere
δίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gi, blåse, ettergi, presentere, skåne, skjenke, tilgi, unnskylde, avkasta, la, yte, betjene, tjene, utpeke, framføre, overføre, overlate
δίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давать, дать, дуть, дарить, даровать, прощать, разрешать, подавать, передавать, передоверять, перепоручать, перечислять, сдавать
δίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ge, donera, efterskänka, skänka, avkasta, översända
δίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аддаваць, аддаць, даць, надаваць, падаваць, рабiць, дараваць, дарыць, падараваць, падарыць, даваць, перадаваць
δίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: puhuma, andestama, andma
δίνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, järjestää, puhaltaa, jättää, laskea, ojentaa, lähettää, luovuttaa, ohittaa
δίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dati, opraštati, oprostiti, dostaviti
δίνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: odaad, adományoz, adományozni, ajándékozni, megkegyelmez, ad, adni, átad
δίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apreciar, comissionar, conceder, dar, dopar, entregar, facultar, licencia, ministrar, permitir, regalar, soprar, desculpar, escusar, oferecer, perdoar, deixar, largar, prestar, refugiar, alargar, citar, comunicar, consignar, legar, passar, transmitir
δίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dati, oprostiti
δίνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dať, darovať
δίνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: давати, дати, надати, відписати, відписувати, дарувати, дарунок, згадати, згадувати, надавати, надайте, нинішній, подарувати, подарунок, помістіть, представити, представляти, презентувати, пригадати, присуджувати, присудити, присутній, сучасний, теперішній, дайте, дозволений, дозволити, дозвольте, дозволяти, забезпечити, забезпечтеся, забезпечувати, здавати, зичити, наділити, наділяти, нехай, обладнати, обладнувати, передавати, передати, передбачати, передбачити, позичати, позичити, поставити, поставляти, постачання, постачати, придавати, придати, споряджати, спорядити, спорядіть, хай, висота, встановити, встановлений, встановлювати, дійти, досягати, досягнути, досягти, задавати, застати, затискати, затискувати, затиснути, зціпити, зціплювати, кидати, кидок, кинути, класти, комплект, набір, налагоджувати, налагодити, нахил, падіння, подавати, покласти, посадити, призначати, призначений, призначити, приймач, прикріпити, прикріплювати, простягатися, протягати, протягнути, протягувати, розставити, розставляти, розташовувати, розташувати, сісти, ставити, стискати, стискувати, стиснути, схил, сягати, сягнути, тендер, установити, установлювати, виїжджати, виїхати, віддавати, віддати, відійти, відмовитися, відмовлятися, відправити, відправляти, відпустка, дозвіл, доручати, доручити, доручіть, доставити, завдавати, завдати, залишати, залишити, заставати, здати, лишати, лишити, люлька, оберніться, обернутися, обертатися, облишати, облишити, переведіть, передайте, передайтеся, переїхати, перелийте, повідомити, повідомляти, повідомте, поїхати, покидати, покинути, поступатися, поступитися, поступіться, промовити, промовляти, розповсюджувати, розповсюджуватися, розповсюдити, розповсюдитися, сопілка, спілкуватися, сповістити, сповіщати, труба, трубка
δίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dać, darować, dawać, podawać, przekazywać
δίνω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fal, le, kaloj
δίνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dovanoti, duoti
δίνω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

δίνω το παρών, δίνω συνώνυμα, δίνω κλίση, δίνω γεύση στο φαΐ σου βιταμίνες στο κορμί σου στο νερό όμως δεν μένω, δίνω γη και ύδωρ, δίνω γη και ύδωρ σημασία, δίνω έμφαση συνώνυμα, δίνω πως κλίνεται, δίνω γη και ύδωρ προτάσεις, δίνω το παρόν μου