lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δίκη

Λεξικό: αγγλικά δίκη
Μεταφράσεις: cause, lawsuit, litigation, plea, process, suit, trial
δίκη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: líčení, pochod, postup, pře, proces, rozepře, soud, spor, věc
δίκη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: prozess, rechtsstreit, verfahren, vorgang
δίκη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forløb, mål, proces, rettergang
δίκη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: causa, litigio, pleito, proceso
δίκη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affaire, démarrage, plaid, procès, processus
δίκη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: causa, lite, procedimento, processo
δίκη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mål, prosess, rettergang, rettssak, søksmål
δίκη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: процесс, тяжба
δίκη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mål, procedur, process, rättegång
δίκη στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: працэс
δίκη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: oikeudenkäynti, oikeusjuttu
δίκη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: proces
δίκη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ügy
δίκη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: procesas
δίκη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: causa, litigio, pleito, processo
δίκη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: proces
δίκη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дія, операція, процес, робота
δίκη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: proces
δίκη στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δίκη παπαγεωργόπουλου, δίκη στον σκαϊ, δίκη της νυρεμβέργης, δίκη των έξι, δίκη κολοκοτρώνη, δίκη 17 νοέμβρη, δίκη πιστόριους, δίκη μάριου παπαγεωργίου, δίκη θεοφίλου, δίκη μπελογιάννη