lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δέχομαι

Λεξικό: αγγλικά δέχομαι
Μεταφράσεις: accept, admit, adopt, affiliate, assume, accede, accent, acclaim, admitted, admitting, embrace, engage, entertain, presume, presuppose, receive, retain, take, treat
δέχομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: adoptovat, akceptovat, dovolovat, osvojit, přijímat, přijmout, připouštět, připustit, ujímat, uznat, zaujmout, dostat, dostávat, dovolit, hostit, najímat, najmout, obdržet, pohostit, pozdravit, předpokládat, převzít, přivítat, souhlasit, uvítat, získat
δέχομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: adoptieren, akzeptieren, angenommen, annehmen, aufnehmen, einlassen, entgegennehmen, hingenommen, zugeben, zulassen, bekommen, einnehmen, einstellen, empfangen, erhalten, hinnehmen, nehmen, voraussetzen, zustimmen
δέχομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: antal, godtage, godte, modtage, tage, antage, få
δέχομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aceptar, acoger, admitir, adoptar, agarrar, agregarse, ahijar, bienvenida, prender, prohijar, reconocer, tomar, afiliar, aprobar, consumir, percibir, recibir, suponer
δέχομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accepter, accueillir, adopter, agréer, agréger, prendre, acclimater, admettre, festoyer, hospitaliser, préconcevoir, réceptionner, recevoir, recueillir, reprendre, supposer
δέχομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accettare, accogliere, adottare, ammettere, assumere, concedere, gradire, ospitare, ipotizzare, presupporre, ricevere, ritirare, supporre, varare
δέχομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anta, forutsette, godta, motta, oppta, få, godlaga, påta, utse
δέχομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: воспринять, принимать, принять, соглашать, получать
δέχομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: acceptera, adoptera, anamma, anta, antaga, erkänna, godkänna, godta, godtaga, instämma, motta, ponera, uppta, bemöta, erhålla, få, känslighet, mottaga, utse, utvälja
δέχομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranoj, marr
δέχομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прыймаць, узяць, атрымлiваць, атрымоўваць, браць, лічыць
δέχομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aktsepteerima
δέχομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edellyttää, hyväksyä, omaksua, ottaa, saada, suostua, vastaanottaa, kohdella, olettaa
δέχομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dopustiti, posvojiti, prihvatiti, primiti
δέχομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: átvesz, befogad, elfogad, elterjed, elvállal, felvesz, fogad, átvenni, elfogadni, szerződtet
δέχομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aceitar, acolher, admitir, adoptar, agregares, receber, tomar, topar, captar, concordar, conjecturar, recobrir, supor
δέχομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: accepta, admite, recunoaşte, primi
δέχομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: priznati, sprejeti
δέχομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyjąć, przyjmować
δέχομαι στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gauti
δέχομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцептувати, бачити, вважати, визнавати, визнайте, визнати, впускати, дивитися, дивіться, допускати, допустити, доставити, доставляти, доставте, завдавати, завдати, засвоїти, засвоювати, набирати, набрати, набувайте, одержати, одержувати, отримайте, отримати, отримувати, побачити, поставити, постачати, поступатися, пригостити, пригощати, приймати, прийміть, прийняти, припускати, припустити, промовити, промовляти, розважати, розважити, розважте, удочерити, усиновити
δέχομαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

δέχομαι συνώνυμα, έρχομαι στα αγγλικα, δέχομαι αρχικοί χρόνοι, δέχομαι την τρίτη μεγάλη ιδεολογία τησ ιστορίασ, δέχομαι . ας φάμε, δέχομαι συνώνυμο, έρχομαι ετυμολογία, δέχομαι ομόρριζα, δέχομαι κλίση, δέχομαι παράγωγα