lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δέσμευση

Λεξικό: αγγλικά δέσμευση
Μεταφράσεις: commitment, engagement, involvement, bond, liability, obligation, pledge, service, undertaking
δέσμευση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: závazek, dluh, dluhopis, obligace, povinnost, služba, úpis
δέσμευση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einstellung, engagement, obligation, pflicht, soll, verpflichtung
δέσμευση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: troskab, ansvar
δέσμευση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: compromiso, deber, empeño, gravamen, obligación
δέσμευση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: engagement, charge, obligation
δέσμευση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: coinvolgimento, impegno, debito, obbligo, onere, vincolo
δέσμευση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: troskap, ansvar, engasjement, forpliktelse, skyldighet
δέσμευση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обязательство, залог, обязанность
δέσμευση στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абавязацельства, абавязак
δέσμευση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sitoumus, tehtävä, velvollisuus
δέσμευση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alkalmazás, kötelezettség
δέσμευση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: compromisso, obrigação, obrigais
δέσμευση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zaangażowanie, zobowiązanie
δέσμευση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åliggande, förbindelse, obligation, skyldighet
δέσμευση στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kohustus
δέσμευση στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dužnost, odgovornost
δέσμευση στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: obligaţie, sarcină
δέσμευση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: антрепренерство, борг, відповідальність, вручення, вчинення, діяльність, заборгованість, заклад, заняття, запорука, заручення, застава, осудність, передача, підлягання, підприємливість, підприємство, справа, становище
δέσμευση στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

δέσμευση καταθέσεων, δέσμευση συνώνυμο, δέσμευση αφμ, δέσμευση του co2, δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού, δέσμευση και αποθήκευση co2, δέσμευση κοινού τραπεζικού λογαριασμού, δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα